Αρχείο για Φεβρουαρίου, 2011

Από τον Philippus Claudius

Τα τελευταία χρόνια ο μύθος των πειρατών έχει αναβιώσει κυρίως λόγω των υπερεπιτυχημένων ταινιών «Οι πειρατές της Καραϊβικής» που έχουν καθηλώσει εκατομμύρια θεατές ανά τον κόσμο. Στις ταινίες αυτές, ξαναζωντανεύουν χαρακτήρες που δανείζονται στοιχεία από διάσημους πειρατές που άφησαν ιστορία. Ένας από αυτούς ήταν ο Edward Teach, ο λεγόμενος Μαυρογένης που πέθανε στα 1718 σε μια συμπλοκή αλλά άφησε πίσω του το μύθο ενός από τους διασημότερους πειρατές. Ο Μαυρογένης συντηρούσε το μύθο του με την ιδιόμορφη εμφάνισή του. Είχε μακριά μαύρα γένια τα οποία έδενε σε πλεξίδες και στόλιζε με κορδέλες. Για να κάνει το επιβλητικό του λουκ πιο έντονο, άναβε φυτίλια κανονιών και τα έβαζε να εξέχουν από το καπέλο του ή τα έχωνε μέσα στα πυκνά γένια του έτσι ώστε ο καπνός να σχηματίζει ένα τρομακτικό κύκλο γύρω από το κεφάλι του και να φοβίζει τους αντιπάλους του.

Η πειρατεία δεν ήταν πάντοτε παράνομη – υπήρχαν πειρατές που δρούσαν υπό την προστασία των βασιλιάδων –  αν και μέχρι το 1830 είχε κηρυχθεί παράνομη σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο. Η χρυσή εποχή της ήταν από το 1650 ως το 1730, καθώς η ισπανική στρατιωτική δύναμη έχανε την παντοκρατορία της και η Αγγλία, η Γαλλία και η Ολλανδία ήταν πλέον οι νέες υπερδυνάμεις. Οι ωκεανοί ήταν πλέον οι νέοι δρόμοι του εμπορίου και οι πειρατές δεν έχαναν την ευκαιρία να επιτεθούν στα φορτωμένα με αμύθητα πλούτη καράβια που διέπλεαν τις θάλασσες.

Όμως η πειρατεία ζει και βασιλεύει. Ίσως τώρα οι πειρατές δεν υψώνουν μαύρες σημαίες με νεκροκεφαλές αλλά πολλά μέρη του κόσμου έχουν εξελιχθεί σε πειρατικούς παραδείσους. Στην κόκκινη ζώνη βρίσκεται η Σομαλία, όπου ένα φαινομενικά αθώο  αλιευτικό, που εκπέμπει σήμα κινδύνου, μπορεί να κρύβει μια ομάδα ένοπλων «πειρατών». Στο πρόσφατο  παρελθόν οι σύγχρονοι κουρσάροι αυτής της περιοχής είχαν απαγάγει ολόκληρα πλοία, με το πλήρωμα και το φορτίο τους, απαιτώντας λύτρα για να τα απελευθερώσουν.  Έχουν καταγραφεί περιπτώσεις να καλεί σε βοήθεια αλιευτικό ακόμα και σε απόσταση 390 ναυτικών μιλίων από τις ακτές. Φαίνεται ότι οι πειρατές κινούνται με κάποιο μεγάλο πλοίο για να μπορούν να ανοίγονται τόσο μακριά και στη συνέχεια χρησιμοποιούν το αλιευτικό για να χτυπήσουν τον στόχο τους.

Τι οδήγησε όμως τους Σομαλούς να γίνουν πειρατές; Σίγουρα όχι η παρακολούθηση των ταινιών που παρουσιάζουν γοητευτικό το επάγγελμα αυτό. Η αναρχία που επικρατεί μετά την κατάρρευση της κεντρικής κυβέρνησης το 1991 σε συνδυασμό με τη θέση της στο Κέρας της Αφρικής, έχει καταστήσει τη Σομαλία ιδανικό προορισμό για πολλές ευρωπαϊκές αλιευτικές εταιρίες. Υπερσύγχρονα πλοία εισέρχονται παράνομα στα αφύλακτα σομαλικά χωρικά ύδατα και απομυζούν το θαλάσσιο πλούτο της χώρας, αποκομίζοντας κέρδη άνω των 300 εκατομμυρίων δολαρίων ετησίως και οδηγώντας σε απόγνωση τους ντόπιους ψαράδες. Ακόμα χειρότερα, δυτικές εταιρίες επεξεργασίας αποβλήτων χρησιμοποιούσαν τα νερά της Σομαλίας επί μια δεκαετία για να ποντίζουν πυρηνικά, βιομηχανικά και νοσοκομειακά απόβλητα, κάτι που επιβεβαιωνόταν και από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΟΗΕ. Η χειροπιαστή απόδειξη ήλθε μετά το σεισμό της 26ης Δεκεμβρίου 2004, όταν το τσουνάμι ξέβρασε ολόκληρα κοντέινερ με βαρέλια αποβλήτων. Μαρτυράται ότι χιλιάδες άνθρωποι ασθένησαν και τριακόσιοι πέθαναν από την επαφή με τα βαρέλια

Τη δεκαετία του 1980 η αλιεία στη Σομαλία πήγαινε ικανοποιητικά αλλά το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου, ο ερχομός των ξένων εταιρειών που κλέβουν το απόθεμα της χώρας σε ψάρια αλλά και τα απόβλητα που ξέκαναν τα εναπομείναντα ψάρια οδήγησαν τους ψαράδες να πάρουν τα όπλα για να προστατέψουν τους πόρους τους. Με κατά κεφαλήν εισόδημα 600 δολάρια το χρόνο και εκατομμύρια Σομαλούς να ζουν με ανθρωπιστική βοήθεια, το επάγγελμα του πειρατή είναι απίστευτα δημοφιλές μιας και τους καθιστά κοινωνική ελίτ, με χρήματα, σπίτια και όμορφες γυναίκες. Βέβαια, η πειρατεία έχει και παράπλευρες απώλειες όπως μειωμένα έσοδα για την Αίγυπτο καθώς λιγότερα πλοία περνούν από τη διώρυγα του Σουέζ, λιγότερος τουρισμός για τις Σεϋχέλλες και μείωση του εμπορίου στην Κένυα.

Στην περίπτωση των Σομαλών πειρατών αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ότι εύκολοι χαρακτηρισμοί όπως στυγνοί εγκληματίες, αδίστακτοι ληστές και αχόρταγοι άρπαγες χρειάζονται βαθύτερη ανάλυση. Αυτό που χρειάζεται κυριως είναι μια κυβέρνηση ενότητας στη Σομαλία που θα φέρει τη σταθερότητα και την οικονομική άνοδο ώστε να μην υπάρχει πλέον λόγος ύπαρξης της πειρατείας.

 

Μουσική των Κοζάκων

Posted: Φεβρουαρίου 24, 2011 in Uncategorized

(Το κομμάτι είναι βέβαια πιο εξευρωπαϊσμένο με την ενορχήστρωση του Paul Mauriat)

Με το όνομα Κοζάκοι ονομάζουμε διάφορους λαούς που έχουν εδώ και αιώνες εγκατασταθεί στις νότιες περιοχές της σημερινής Ρωσίας και της Ουκρανίας. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των λαών ανά τους αιώνες ήταν το φιλοπόλεμο και ατίθασο πνεύμα τους.

Κοζάκοι στα τέλη του 19ου αιώνα.

Οι πρώτοι Κοζάκοι ήταν πρόσφυγες οι οποίοι για να αποφύγουν τον ζυγό των ηγεμόνων της Μόσχας εγκαταστάθηκαν στα νοτιοδυτικά σύνορα της ρώσικης επικράτειας, την σημερινή Ουκρανία. Εκεί ίδρυσαν συνοικισμούς οργανωμένους με στρατιωτική πειθαρχεία αλλά και δημοκρατική διάρθρωση. Οι ηγεμόνες της Ρωσίας αφού αντιλήφθηκαν πως ήταν πολύ δύσκολο να υποτάξουν τον ατίθασο και πολεμικό αυτό λαό προτίμησαν να τον προσεταιρισθούν και να τον χρησιμοποιήσουν στους αγώνες τους εναντίον των Τατάρων και των Τούρκων, και για τον εποικισμό μεθοριακών περιοχών όπου είχαν τον ρόλο των ακριτικών φρουρών. Κατά την μακραίωνη ιστορία τους οι Κοζάκοι εξεγέρθηκαν πολλές φορές κατά των Τσάρων ώστε να διατηρήσουν την αυτοτέλεια τους. Χαρακτηριστική είναι η παραδοσιακή στολή των Κοζάκων που αποτελείται από γαλάζιο ή πράσινο μανδύα, ψηλές δερμάτινες μπότες και τον ιδιαίτερο γούνινο σκούφο.

Από τον Philippus Claudius

Όλοι μας έχουμε συνηθίσει το τιμόνι από την αριστερά πλευρά του αυτοκινήτου και μας φαίνεται παράξενο όταν σε ορισμένες χώρες το έχουνε από δεξιά.  Οι Άγγλοι, παραδείγματος χάριν μας φαίνονται παράξενοι. «Πού πας κυρά μου απο τα αριστερά;» Γιατί όμως εμείς και οι περισσότεροι στον κόσμο οδηγούμε από τα δεξιά του δρόμου; Ας γυρίσουμε στο Μεσαίωνα.

Μεταφερόμαστε μέσα στο σώμα ενός τυπικού ιππότη, οι οποίοι κατά συντριπτική πλειοψηφία εκπαιδεύονται στο σπαθί κρατώντας το με το δεξί χέρι. Οπότε μένει «άδειο» και εύκαιρο για την ασπίδα το αριστερό! Παίρνουμε λοιπόν τα όπλα και τον εξοπλισμό μας, καβαλάμε το άτι ή ψωράλογό μας (ανάλογα με την τσέπη μας) και ξεκινάμε για να πάμε στους Άγιους Τόπους να σφάξουμε κόσμο…  Στην απέναντι πλευρά του δρόμου όμως διασταυρωνόμαστε με κάποιον άλλον ιππότη. Πρώτη αντίδραση: «Μα τι φοράει; Ασημένιο κράνος, χρυσή πανοπλία και άσπρο φτερό στο κράνος; Μα τριχρωμία;» Δεύτερη αντίδραση: Έχοντας λοιπόν την ασπίδα στο αριστερό μας χέρι φροντίζουμε να έχουμε καλή άμυνα, μιας και δεν ξέρουμε το ποιόν του, αν είναι εχθρός ή σύμμαχος! «Μήπως είναι αυτός που του ξελόγιασα τη γυναίκα;» Οπότε προφυλάσσοντας τα νώτα μας και με το χέρι στη λαβή του σπαθιού τον προσπερνάμε από τα δεξιά προτάσσοντας τη ασπίδα μας!

Αλλά τι γίνεται με την Κύπρο και την Αγγλία; Γιατί οδηγούν όπως λένε στην Ελλάδα, «ανάποδα» (αριστερά αντί για δεξιά); Αν παρατηρήσετε, από την άλλη μεριά του δρόμου (αριστερά) οδηγούν σε νησιωτικές μόνο χώρες και το τιμόνι είναι δεξιά. Κύπρος, Μεγάλη Βρετανία, Αυστραλία, Ιαπωνία… Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι η ναυσιπλοΐα! Μιας και ο μόνος τρόπος επικοινωνίας των εν λόγω χωρών με τον υπόλοιπο κόσμο ήταν η θάλασσα και τα πλεούμενα της. Όταν λοιπόν δύο καράβια διασταυρώνονταν, φρόντιζαν οι καπετάνιοι να περνάνε από την αριστερή πλευρά τους, από όπου και μπορούσαν και έλεγχαν (ήταν έτσι φτιαγμένα) τις αποστάσεις ανάμεσα στις καρίνες!

Έχουν θερμίδες τα κόλλυβα;

Posted: Φεβρουαρίου 21, 2011 in Uncategorized
  • Πόσοι από σας έχετε επώνυμο που τελειώνει σε -όπουλος; Τα πρώτα τέτοια επώνυμα εμφανίστηκαν στο Βυζάντιο πριν 1000 χρόνια.  Ήταν τα Λογγιβαρδόπουλος και Ουμβερτόπουλος. Τί σημαίνει όμως η κατάληξη -όπουλος; Βγαίνει από τη λατινική λέξη pullus που σημαίνει αγοράκι. Θυμηθείτε λέξεις όπως βασιλόπουλο, βοσκόπουλο, πριγκιπόπουλο.  Οπότε ο Θεοδωρόπουλος είναι ο γιος του Θεόδωρου όπως ο Johnson είναι ο γιος του John.
  • Οι Ρωμαίες χαίρονταν ιδιαίτερα όταν οι άντρες τους πήγαιναν να πολεμήσουν στη Γερμανία γιατί θα τους έφερναν πίσω τα φυσικά μακριά ξανθιά μαλλιά των εχθρών τους για να φτιάξουν περούκες.
  • Γιατί βάζουμε ρόδι στα κόλλυβα; Το ρόδι είχε αποκλειστεί από τις προσφορές που έκαναν οι αρχαίοι στη θεά Δήμητρα, γιατί ήταν ο καρπός που δοκίμασε η κόρη της, Περσεφόνη, όταν ήταν στον Άδη, με συνέπεια να χάσει κάθε πιθανότητα οριστικής επιστροφής κοντά στη μητέρα της. Εξού και ακόμη και σήμερα, το ρόδι προσφέρεται στους νεκρούς μέσω των κολλύβων, ενώ συνηθίζεται (ή συνηθιζόταν, δεν ξέρω αν γίνεται πια) να κρεμούν ρόδια στο σπίτι του πεθαμένου.

 

H Ιταλία σύμφωνα με τους βόρειους Ιταλούς

Μεσαιωνική Μουσική

Posted: Φεβρουαρίου 20, 2011 in Uncategorized

Από τον Philippus Claudius

Ρώμη, 390 π.Χ. Ο βασιλιάς των Γαλατών Βρέννος πραγματοποίησε επιδρομή στην Ιταλία και κατέλαβε τη Ρώμη. Ζήτησε από τους νικημένους Ρωμαίους να του παραδώσουν 1000 λίβρες χρυσό (περίπου 330 κιλά) και οι Ρωμαίοι, έντρομοι ότι η ένδοξη πόλη τους θα παραδινόταν στις φλόγες των κατακτητών. συμφώνησαν να του τις δώσουν. Συγκέντρωσαν λοιπόν τον χρυσό αλλά ο Βρέννος άρχισε να τον ζυγίζει με τα δικά του σταθμά, τα οποία δε συμφωνούσαν με τα ρωμαϊκά σταθμά και έβγαζαν την ποσότητα λειψή. Με το δίκιο τους λοιπόν, άρχισαν να παραπονιούνται ότι ο Βρέννος δεν ήταν δίκαιος. Οργισμένος τότε ο Βρέννος πέταξε το σπαθί του πάνω στη ζυγαριά κάνοντας τα δικά του σταθμά ακόμα βαρύτερα. Συγχρόνως αναφώνησε τη διάσημη πλέον φράση: Vae victis = αλοίμονο στους ηττημένους. Ένα από τα πρώτα δείγματα κυνικής ειλικρίνειας στην πολιτισμένη ανθρωπότητα.

Ο λαός λέει ότι το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, ο Βρέννος το πήγε ένα βήμα παρακάτω. Αλοίμονο στους νικημένους, λέει,  σε αυτούς που είχαν την ατυχία να ηττηθούν και που πρέπει να υποστούν τις συνεπειες της ήττας τους. Ο ιστορικός Λίβιος μας εξιστορεί ότι οι διαπραγματεύσεις για τη μέτρηση του χρυσού διήρκεσαν τόσο καιρό ώστε οι Ρωμαίοι ανασυντάχθηκαν και εκδίωξαν τους Γαλάτες. Αυτή όμως η ανατροπή της τύχης δεν είναι ο κανόνας και πλείστες φορές οι χαμένοι υπέφεραν στα χέρια των νικητών. Εννοείται ότι η εν λόγω φράση χρησιμοποιείται όχι μόνο σε πολεμικές συρράξεις αλλά και οποτεδήποτε κάποιος, όντας σε μειονεκτική θέση, καθίσταται έρμαιο στις κατηγορίες και επιβουλές των ισχυρότερων, με ελάχιστη ή μηδενική δυνατότητα να αντιδράσει και να διεκδικήσει το δίκιο του.

Μικρές (και όχι μόνο) χώρες άγονται και φέρονται, αναγκασμένες να υπακούσουν στα προστάγματα των ισχυρών, να καθορίσουν την πολιτική τους σύμφωνα με τις επιθυμίες των άλλων, να παραδώσουν τους πλουτοπραγωγικούς πόρους τους, να συνδράμουν σε αθέμιτες εκστρατείες εναντίον άλλων εχθρών, να επιτρέψουν σε άλλους να διαχειρίζονται την οικονομία τους ή τουλάχιστον να δέχονται νουθεσίες και συμβουλές για το πως πρέπει να οργανώσουν τη διαχείρισή της.  Σας θυμίζει κάτι αυτό; Επίσης, χώρες ηττημένες σε πολέμους, βλέπουν ότι δεν έχουν ίση μεταχείριση μετά την ήττα τους και πολλές φορές οι νικητές δε διέπονται από τη θέληση να εφαρμόσουν τους διεθνείς νόμους και συνθήκες (π.χ. συνθήκη της Γενεύης) που έχουν συμφωνηθεί ανάμεσα στα κράτη. Για παράδειγμα, υπάρχουν κατηγορίες ότι οι προσφάτως ηττημένοι Σέρβοι και Αφγανοί δεν είχαν πάντοτε το δικαίωμα να εκθέσουν τα πράγματα και από τη δικιά τους πλευρά.

Φυσικά, οι ηττημένοι δεν είναι πάντοτε αθώοι. Πολλές φορές είναι αυτοί που έπαιξαν κι έχασαν. Η Βουλγαρία επιτέθηκε εναντίον των συμμάχων της το 1913 στο Β’ Βαλκανικό Πόλεμο για να αναστήσει τη Μεγάλη Βουλγαρία. Ηττήθηκε όμως και οι πρώην σύμμαχοι – νυν εχθροί της δε της χαρίστηκαν. Αυτό όμως δεν υπονοεί ότι οι Βούλγαροι έπρεπε να χάσουν τα δικαιώματά τους σε ίση μεταχείριση στο διαπραγμευτικό τραπέζι.

Είπα πρωτύτερα ότι η φράση του Βρέννου αποτελεί δείγμα κυνικής ειλικρίνειας και νομίζω ότι δεν πρέπει να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Τα πράγματα ήταν πάντοτε έτσι και δυστυχώς, παρά την πάροδο των αιώνων, την έλευση του ανθρωπισμού και τη δημιουργία κρατών «δικαίου»,  κάποια πράγματα δεν αλλάζουν. Θα ήταν πολύ παρήγορη η σκέψη ότι κάποτε ο νικητής θα έπαιρνε στα χέρια του το νικημένο και θα του έλεγε ότι θα πορευτούν μαζί προς ένα νέο κόσμο, να φτιάξουν μαζί ένα νέο μέλλον. Έχουν υπάρξει περιπτώσεις που οι νικητές υπήρξαν μεγαλόκαρδοι και γενναιόδωροι.  Η σκληρή αλήθεια είναι όμως ότι την ιστορία τη γράφουν ανέκαθεν οι νικητές. Πολλές φορές, τα άρθρα τελειώνουν με μια ελπίδα ή μια συμβουλή. Πολλές φορές επίσης, αυτή η ελπίδα ή συμβουλή καταντά γραφική και χιλιοειπωμένη αλλά δε νομίζω ότι χάνει την αλήθεια της. Πράγματι, ο νικητής δε χρειάζεται να ποδοπατάει το νικημένο αλλά να τον σηκώνει από το έδαφος και να τον κάνει σύμμαχό του ή φίλο του. Μένει, λοιπόν, να δούμε αν θα ακουστεί ποτέ το: «Ουαί τοις δυνάσταις!»