Αρχείο για Μαΐου, 2011

Από τον Philippus Claudius

Στις 29 Μαϊου του 1453 εάλω η Πόλις, η Κωνσταντινούπολη που για 1100 χρόνια ήταν μια από τις λαμπρότερες πόλεις του κόσμου. Έπεσε στα χέρια των Οθωμανών, όντας εξασθενημένη μετά από αιώνες επιδρομών και λεηλασιών. Γότθοι, Ούννοι, Άβαροι, Πέρσες,  Άραβες, Βούλγαροι, Ρως, Σελτζούκοι, Πετσενέγοι, Σέρβοι, Νορμανδοί, Λατίνοι, Οθωμανοί, όλοι αυτοί οι λαοί προσπάθησαν να την κατακτήσουν και οι τελευταίοι τα κατάφεραν. Το Βυζάντιο όμως ήταν εξασθενημένο και από την κακοδιαχείριση, γιατί στα ονόματα των ένδοξων αυτοκρατόρων που θυμόμαστε μέχρι σήμερα, πρέπει να προστεθούν τα πολλαπλάσια ονόματα αυτών που έφεραν τη χώρα στο χείλος της καταστροφής με τις λανθασμένες πολιτικές τους, όπως την εκχώρηση τεράστιων εμπορικών δικαιωμάτων στη Βενετία και τη Γένοβα, που στην ουσία ξεπουλούσαν τη χώρα για να τα έχουν καλά με τις θαλασσοκράτειρες δυνάμεις, ή όπως την πρόσκληση των Σταυροφόρων στην Πόλη το 1204 που οδήγησε στην πρώτη άλωση τη χρονιά εκείνη με ολέθρια αποτελέσματα.

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία κατάφερνε να ανασταίνεται και να επιζεί ακόμα κι όταν ψυχορραγούσε κι έτσι έφτασε στα 1448, με την ανάρρηση του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, του τελευταίου Αυτοκράτορα, να επιβιώνει ακόμα, έστω και θλιβερό λείψανο της πρότερης δύναμης και αίγλης της. Την εποχή εκείνη, μόνο η ίδια η Πόλη και το Δεσποτάτο του Μυστρά ανήκαν στην Αυτοκρατορία, όμως το κύρος που θα αποκτούσε ο κατακτητής της αιώνιας πόλης θα ήταν τεράστιο.  Ο Μωάμεθ ο Β’ επιθυμούσε λοιπόν διακαώς να γίνει ο πορθητής και είχε τα μέσα να το επιτύχει. Ακόμα και η θρυλούμενη προδοσία να μην είχε γίνει, η Πόλη ήταν καταδικασμένη να πέσει αργά ή γρήγορα. Στην παραγγελία του λοιπόν να του παραδώσει την πόλη κι έτσι να σωθούν οι ζωές των υπερασπιστών της, ο Κωνσταντίνος απάντησε με μια θρυλική φράση: «Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ’ ἐμὸν ἐστίν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν«= Το να σου παραδώσω την πόλη, δεν είναι θέμα ούτε δικό μου ούτε άλλου κατοίκου της, καθώς με κοινή απόφαση όλοι αυτοπροαίρετα θα πεθάνουμε και δε θα λογαριάσουμε τη ζωή μας.

Είναι πιθανόν τα πράγματα να έχουν πάρει το δρόμο τους και η Ελλάδα να οδεύει προς μια νέα άλωση, οικονομική αυτή τη φορά και ολοκληρωτική. Η διαφορά όμως βρίσκεται στην ηγεσία. Αυτό που λείπει είναι μια ηγεσία που να έχει την αξιοπρέπεια να πει τι συμβαίνει στους πολίτες της και να αντισταθεί με αξιοπρέπεια και αυταπάρνηση απέναντι στις απαιτήσεις των ξένων. Μια ηγεσία που να εμπνέει τους ανθρώπους, να τους οδηγεί και να τους σκέφτεται. Και δυστυχώς ούτε στην αντιπολίτευση (μικρή ή μεγάλη) δε βλέπω ηγέτες με όραμα. Δεν προτρέπω να βγούμε με τα όπλα στους δρόμους και να σφάζουμε τους ασεβείς Ευρωπαίους που τόλμησαν να αμφισβητήσουν την εθνική μας κυριαρχία. Δεν προτρέπω να βγει ο Παπανδρέου με σπαθί έξω για να εμψυχώσει τους Έλληνες στις επάλξεις της Μεγάλης Βρεττάνιας. Απλώς ο Παλαιολόγος προτίμησε να αγωνιστεί αντί να ξεπουλήσει τη χώρα του. Οι δικοί μας «αυτοκράτορες» μάλλον προτίμησαν το δεύτερο. Τόσα χρόνια μένει μαρμαρωμένος ο βασιλιάς, νομίζω ότι είναι ώρα να ξεμαρμαρώσει.

Advertisements

Από τον Philippus Claudius

Είναι ζεστός αυτός ο μήνας.  Όχι τόσο σε θερμοκρασίες αλλά σε εξελίξεις. Το Σύνταγμα σήμερα δονείται από χιλιάδες κόσμου. Τι μπορεί να κάνει ένα πλήθος; Έχει αποδειχθεί πλείστες φορές ότι μπορεί να κάνει πολλά. Τι μπορεί να κάνει τώρα; Μπορεί τα πάντα, μπορεί και τίποτα. Αν έχουν δρομολογηθεί εξελίξεις άνωθεν, τότε ό,τι είναι να γίνει θα γίνει και χωρίς να μας ρωτήσουν. Εξάλλου, πάντα έτσι γινόταν, θα μου πείτε, τώρα θα αλλάξουν τα πράγματα; Αυτό όμως δεν αποτελεί δικαιολογία για τη μη αντίσταση και την απάθεια.

Πολλοί είναι αυτοί που λένε: «Τώρα θυμηθήκατε να εξεγερθείτε; Τόσο καιρό τι κάνατε; Απλά μεμψιμοιρούσατε και ανεχόσασταν την κατάσταση; Σας βόλευε η ευμάρεια και ψηφίζατε αυτούς που σας εξασφάλιζαν τις ανέσεις σας και που τώρα τους αποκαλείτε προδότες;» Κάποιοι θεωρούν αυτές τις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας ως μόδα που την ακολουθούν αυτές τις μέρες πολλοί. «Να πάμε στο Σύνταγμα, να ρίξουμε μια μούντζα, κανά μπινελίκι και μετά να πάμε για καφέ». Κι αυτό υπάρχει αλλά θεωρώ ότι η πλειονότητα του κόσμου εδώ και στην Ευρώπη, έχει τόση συγκεντρωμένη οργή μέσα του για το μέλλον του που υποσκάπτεται που θεωρεί αυτές τις ειρηνικές συγκεντρώσεις ως έκφραση της αγωνίας του και του θυμού του.

Ναι, σίγουρα, οι περισσότεροι από τους συγκεντρωθέντες, στο παρελθόν ψήφισαν μία ή περισσότερες φορές ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, πιθανόν να άντλησαν οφέλη από τα κόμματα αυτά και συμμετείχαν ως ένα σημείο στη δημιουργία αυτής της επίπλαστης ευημερίας. Είναι όμως εγγενές χαρακτηριστικό του καπιταλισμού να γοητεύει και οι Έλληνες δεν είναι οι μόνοι που έπεσαν θύματά του. Δε νομίζω ότι κανένας από μας θα επιθυμούσε η κοινωνία να βρίσκεται στα επίπεδα του 1970, ειδικά όταν πλέον με την τεχνολογία μπορεί κάποιος να συγκρίνει τι συμβαίνει σε άλλες χώρες. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν είναι σωστό οι Έλληνες πολίτες να θεωρούνται αποδιοπομπαίος τράγος, ως τεμπέληδες και αχόρταγοι. Όταν σου προσφέρουν ένα κομμάτι ψωμί, θα απλώσεις και θα το πάρεις. Πήραμε σπίτια, αυτοκίνητα, λάδωσε το άντερό μάς όπως λένε αλλά ποιος τα απορρίπτει αυτά; Ίσως το λάθος των Ελλήνων είναι ότι για χρόνια επί χρόνων συνέχιζαν να ψηφίζουν τους ίδιους και τους ίδιους, αναμένοντας περισσότερα όταν φαινόταν καθαρά ότι ο καθένας πρόσφερε όλο και λιγότερα και έτρωγε όλο και περισσότερα. Και τώρα τους μουτζώνουν και τους προπηλακίζουν ενώ αυτοί τους ανέβασαν στην εξουσία.

Τι μπορεί να κάνει ένα πλήθος; Να δείξει ότι πλέον δεν τρώει κουτόχορτο, ότι είναι αποφασισμένο να ζήσει ελεύθερο και να διεκδικήσει το μέλλον του. Στο Σύνταγμα λοιπόν!

Στο Βυζάντιο οι δάσκαλοι ήταν, σχεδόν όλοι, καλόγεροι και παπάδες. Φυσικά, έδερναν κι αυτοί τους μαθητές αλλά μόνο μια φορά το χρόνο. Δηλαδή τον Αύγουστο, που σταματούσαν τα μαθήματα για να ξαναρχίσουν το Σεπτέμβρη. Κάθε μαθητής ήταν υποχρεωμένος να περάσει από τον παιδονόμο για να φάει το ξύλο του. Έτσι είχαν την εντύπωση ότι τον ένα μήνα που θα έλειπαν από το σχολείο, θα ήταν φρόνιμοι. Απ’αυτό βγήκε η φράση «Θα φας το ξύλο της χρονιάς σου» που καταδεικνύει κι ένα φαινόμενο που μέχρι πρόσφατα ήταν αρκετά σύνηθες στις τάξεις. Θυμάμαι στο δημοτικό ένα δάσκαλο με χάρακα που τιμωρούσε την αταξία ή την απειθαρχία με χτυπήματα στην παλάμη. Φυσικά μετά από χρόνια αυτά φαντάζουν αστεία και τα αναπολώ γελώντας αλλά σίγουρα για πολλούς αιώνες τα παιδιά υπέφεραν λόγω της πεποίθησης ότι το ξύλο εκπαιδεύει. Δεν είναι τυχαίο ότι η λέξη παιδεύω (τυραννώ, ενοχλώ) βγαίνει από το εκπαιδεύω. Μέχρι το 18ο αιώνα, στην πολιτισμένη Αγγλία οι δάσκαλοι έβγαζαν τα παπούτσια από τους άτακτους μαθητές και τους χτυπούσαν αλύπητα τις πατούσες προς παραδειγματισμό. Οι ποινές περιελάμβαναν μέχρι και εγκλεισμό στα υπόγεια του σχολείου για να “μάθουν”. Τα τελευταία χρόνια η σωματική τιμωρία καταδικάζεται συλλήβδην και όποιος έχει μελετήσει Παιδαγωγικά θα γνωρίζει ότι οι νέες θεωρίες καταδικάζουν ακόμα και τη λεκτική τιμωρία και προτείνουν πιο έμμεσες παραινέσεις προς συμμόρφωση καθώς και μια διερεύνηση των αιτίων που οδηγούν τους μαθητές σε παραβατική συμπεριφορά ή απλώς σε απροσεξία. Ο εξευτελισμός του μαθητή δεν οδηγεί σε τίποτα αλλά πολλώ δε μάλλον ενισχύει την απειθαρχία και την επιθυμία για εκδίκηση. Θεωρώ ότι ο νέος προτεινόμενος τρόπος αντιμετώπισης είναι σαφώς καλύτερη πρακτική από τη σωματική τιμωρία αλλά ώς καθηγητής ομολογώ ότι έχουν υπάρξει φορές, ευτυχώς λίγες, που θα ήθελα να ρίξω ένα χαστούκι. Και η υπομονή έχει τα όριά της…αλλά βέβαια κρατήθηκα!

Από τον Philippus Claudius

Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η πορνεία είναι το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου αν και οι Σουμέριοι στη Μεσοποταμία είχαν πορνεία από το 4000π.Χ. Αυτή είναι μια ωραία φράση για ένα επάγγελμα/λειτούργημα που υπάρχει από αρχαιοτάτων χρόνων. Ένα από τα ονόματα που είχαν οι οίκοι ανοχής στην Αρχαία Ελλάδα ήταν οικίσκοι ή χαμαιτυπεία. Το χαμαιτυπείο ετυμολογείται από το «χαμαί» (χάμω, κάτω) και «τύπος» ή «τύπωση». Δηλαδή αυτό που τυπώνεται χάμω. Στην αρχαία Κόρινθο ο εταιρισμός (πορνεία) βρισκότανε στην άνθησή του (η Κόρινθος ήταν ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Μεσογείου και όπου υπάρχουν λιμάνια υπάρχουν και πόρνες). Οι εταίρες, στολισμένες με χρυσές ζώνες, για να ξεχωρίζουν από τις τίμιες γυναίκες (τις χαμηλοβλεπούσες) , φορούσαν ειδικά σανδάλια (Scholl), που στις σόλες τους ήταν σκαλισμένη η λέξη «Έπου» {=ακολούθησέ (με)}. Έτσι, όταν πατούσαν στη μαλακιά γη, αποτυπώνονταν η λέξη και φυσικά οι ναύτες και έμποροι δε δίσταζαν στην πρόσκληση(κάθε λιμάνι και καημός). Ακολουθούσαν τις ιέρειες αυτές του έρωτα σε κάτι μικρά σπιτάκια κοντά στο λιμάνι (ελλείψει ηλεκτρισμού τα κόκκινα φανάρια έλειπαν). Αυτά ήταν τα «χαμαιτυπεία», που πήραν το όνομά τους από την ιδιόρρυθμη επινόηση των εταίρων (οι οποίες λόγω αυτού ονομάζονταν και «χαμαίτυπες») να διατυπώνουν έτσι την πρόσκλησή τους (εξάλλου τα φέιγ βολάν και προσπέκτους κοστίζουν και ρυπαίνουν και την ατμόσφαιρα). Επίσης, στο ναό της Αφροδίτης εργάζονταν εκατοντάδες κοπέλες οι οποίες εκτελούσαν τον έρωτα ως ιεροτελεστία και ως δούλες της θεάς ονομάζονταν…ιερόδουλοι.

Μπορεί η αρχαία Σπάρτη να ήταν εξαίρεση μιας και δε φιλοξενούσε οίκους ανοχής (οι 300 μάλλον στερημένοι ήταν) αλλά στην Αθήνα και άλλες πόλεις υπήρχαν οι διάσημες εταίρες όπως η Φρύνη, η Ασπασία του Περικλή και η Νέαιρα, γυναίκες ελεύθερες και όχι δούλες όπως η συντριπτική πλειονότητα, οι οποίες ήταν μορφωμένες, συμμετείχαν στα συμπόσια των επιφανών ανδρών και θησαύριζαν από τα δώρα των θαυμαστών τους (οπότε έμοιαζαν αρκετά στο ρόλο των γκεϊσών στην Ιαπωνία). Οι εταίρες είχαν κανονικό τιμολόγιο και πρόσφεραν και κάρτες πολλαπλών επισκέψεων (σοβαρολογώ).

Για το τέλος, λίγη ετυμολογία ακόμη…Η πόρνη βγαίνει από το ρήμα πέρνημι που σημαίνει πουλώ. Η λέξη μπουρδέλο από το ιταλικό bordello, το οποίο με τη σειρά του από τα μεσαιωνικά  Γαλλικά (bordel=σπιτάκι φτιαγμένο με σανίδες – boards). Η λέξη πουτάνα (πιπέρι!!!) από το ιταλικό putta(na)= μικρό κορίτσι, εξού και η Σταχτοπούτα, το κορίτσι με τις στάχτες. Εταίρα=σύντροφος, εξού και συνεταίρος, εταιρεία κτλ

Feel’s like I’m getting older
I’m not afraid
allthought I’m worlds apart from yesterday
and yet I can’t believe,I’m old enough today
to be in love,and feel in love
and see if love is the way

I don’t need fancy places,to spend the time
I’m happy just to be here,with you tonight
and yet I’m not so sure,the time it’s really right
to be in love,and feel in love
and see if love is all right

And you will sing
as long as there’s a song
the feelings never gone
it was the first time to be in love.
Maybe tomorrow,i’ll never sing again
but i’ll remember when
it was the first time to be in love…

Μία από τις πρώτες απεικονίσεις του Διαβόλου με κέρατα τράγου (13ος αιώνας μ.Χ.)

Από τον Philippus Claudius

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί κάποια ζώα είναι μισητά από τον άνθρωπο; Γιατί έχουν δαιμονοποιηθεί και συσχετισθεί με το κακό; Ακόμα και τώρα η μαύρη γάτα συνδέεται με τη γρουσουζιά ενώ τα φίδια θεωρούνται η προσωποποίηση του κακού. Ήταν όμως πάντα έτσι και τί οδήγησε εκεί;

Πολλές από τις ιδέες που έχουμε ακόμα και σήμερα πηγάζουν από τα πανάρχαια χρόνια, πολλές φορές κι από τις απαρχές της ανθρωπότητας. Για παράδειγμα, το φίδι θεωρείται ως και σήμερα το απόλυτο κακό πλάσμα. Σε αυτό συνετέλεσε κυρίως η Γένεση όπου ο όφις οδηγεί τους ανθρώπους στην απώλεια του Παραδείσου οπότε είναι αυτό που στέρησε από την ανθρωπότητα την αθανασία και την αιώνια ευτυχία. Η επίδραση της Βίβλου ήταν καταλυτική αν αναλογιστούμε ότι για χιλιάδες χρόνια τα φίδια θεωρούνταν σύμβολα της γονιμότητας από πολλούς πολιτισμούς. Γιατί όμως; Γιατί τα φίδια έβγαιναν από τη γη, τη Μητέρα Γη, την υπέρτατη θεά που όλοι οι αρχαίοι λαοί λάτρευαν. Επίσης, τα φίδια έριχναν το δέρμα τους κάθε χρόνο και αποκτούσαν νέο, δηλαδή συμβόλιζαν την ανανέωση και την αιώνια ζωή. Στην Ελλάδα, υπήρχαν οι χθόνιες θεότητες, πολλές από τις οποίες είχαν μορφή δράκου ή φιδιού. Επίσης, μην ξεχνάτε τους δράκους στην Κινεζική κουλτούρα, που φέρνουν καλοτυχία. Ένας άλλος λόγος που τα φίδια δαιμονοποιήθηκαν ήταν ότι το δάγκωμά τους είναι ύπουλο και συχνά θανατηφόρο, εξάλλου οι χιμπατζήδες (με τους οποίους συνδεόμαστε, μην το αρνείστε) τρέμουν και ουρλιάζουν στη θέα ενός φιδιού…ένστικτα που πέρασαν και στους ανθρώπους.

Ένα άλλο ζώο που συνδέθηκε άμεσα με το κακό ήταν τα κριάρια. Παρολαυτά αυτή η σύνδεση είναι πιο πρόσφατη. Οι αρχαίοι Ανατολίτες είχαν μεν το έθιμο του αποδιοπομπαίου τράγου, δηλαδή ενός τράγου που έστελναν στην έρημο οι κάτοικοι μιας πόλης για να πάρει μαζί τους τις αμαρτίες τους. Παρολαυτά, η σύνδεση του τράγου ως εξιλαστήριου θύματος με το Σατανά δεν υπήρχε πριν 1000 χρόνια. Εξάλλου, τα κέρατα δεν συμβόλιζαν αναγκαία κάτι κακό στην αρχαιότητα. Οι Μινωίτες λάτρευαν το Μινώταυρο, οι Σουμέριοι λάτρευαν χρυσά κριάρια και οι Αρχαίοι Έλληνες το θεό Πάνα, το χαρωπό (αν και κάποτε εκδικητικό) θεό των βουνών. Ο Παν είχε μορφή κριαριού κι αυτή τη μορφή πήραν από το μεσαίωνα και μετά για να αποδώσουν στο Διάβολο. Συνδέοντας το Διάβολο με τον Πάνα αλλά και με τους κερασφόρους Κελτικούς θεούς, ο Σατανάς συνδεόταν άμεσα με τον παγανισμό, δηλαδή την ειδωλολατρεία.

(Συνεχίζεται.)

Από τον Philippus Claudius

O άγιος Συμεών ο Στυλίτης ήταν ένας πασίγνωστος μοναχός που πέρασε 37 χρόνια της ζωής του πάνω σε ένα μια μικρή πλατφόρμα στην κορυφή ενός στύλου, μιας ψηλής κολώνας στη Συρία. Μοναχός από τα δεκαέξι του, εκδιώχθηκε από το μοναστήρι του επειδή μια Σαρακοστή νήστεψε παντελώς από τα πάντα κι έδεσε φύλλα φοίνικα σφιχτά γύρω από τη μέση του για να σφίξει το στομάχι του. Αποφάσισε να μείνει μόνιμα σε ένα βραχώδη τόπο έκτασης 20τμ αλλά πλήθος των προσκυνητών δεν τον άφηνε να προσηλωθεί στις προσευχές. Έτσι, ψάχνοντας βρήκε ένα παλιό κίονα ύψους 15 μέτρων, στην κορυφή του οποίου έφτιαξε μια μικρή πλατφόρμα με κάγκελα (οι πηγές λένε ότι ήταν μόλις 1τμ) κι εκεί έζησε για το υπόλοιπο της ζωής του ως το 459 μ.Χ. Μιας και δεν μπόρεσε να αποφύγει τον κόσμο οριζόντια, προσπάθησε να τον αποφύγει καθέτως. Όμως ούτε έτσι τα κατάφερε. Η φήμη του απλώθηκε στα πέρατα της αυτοκρατορίας και ακόμα και Βυζαντινοί αυτοκράτορες έρχονταν για να συνομιλήσουν μαζί του. Οι προσκυνητές ανέβαιναν με μια σκάλα για να ακούσουν το κήρυγμα του κι επίσης είναι γνωστό ότι αλληλογραφούσε. Όταν πέθανε, το παράδειγμά του ακολούθησαν και άλλοι μοναχοί, γνωστοί ως Στυλίτες.

Μια τέτοια απόφαση προϋποθέτει τεράστια θέληση. Το ερώτημα είναι από πού πηγάζει μια τέτοια απόφαση; Τι οδηγούσε αυτούς τους ανθρώπους σε αυτή τη ζωή; Οι ερημίτες ήταν και είναι πεπεισμένοι ότι η κοινωνία στην οποία ζούμε δεν είναι δίκαιη, είναι αμαρτωλή, ότι είναι διεφθαρμένη, εχθρική και απάνθρωπη. Συνεπώς, η πίστη και η επιθυμία για μια πιο προσωπική σύνδεση με το θείο είναι ένας βασικός λόγος. Και για να μη μιλάμε μόνο με όρους θρησκευτικούς, η κοινωνία είναι για πολλούς μια αμοραλιστική κοινωνία που έχει χάσει το δρόμο της, που καταδυναστεύει τα άτομα και τα πνίγει, που δεν τα αφήνει να εκφραστούν. Διαφορετικά, μια κοινωνία που είναι βουτηγμένη στις απολαύσεις και την κραιπάλη, στον αέναο πλουτισμό και στην υποκουλτούρα, μια κοινωνία που πολλούς τους αηδιάζει και από τη φρίκη τους αποφασίζουν να εγκαταλείψουν τις πολύβουες πόλεις και να απομονωθούν. Σκοπίμως αποφεύγω να επικεντρωθώ στο μοναχισμό σαν φαινόμενο γιατί θα ήθελα να ασχοληθώ με αυτό το φαινόμενο σε επερχόμενο άρθρο.

Είναι δύσκολο να γίνεις ερημίτης. Να αποφασίσεις να εγκαταλείψεις τα πάντα ή έστω τον πρότερο βίο σου, το παλιό τρόπο ζωής και να υιοθετήσεις μια καινούργια θεώρηση της ζωής. Ίσως αυτή η απόφαση να καθίσταται ευκολότερη όσο περνάει η ηλικία μιας και οι άνθρωποι χάνουν πια τις ελπίδες τους, κοινώς μπουχτίζουν κι αποφασίζουν να φύγουν μια ώρα αρχύτερα. Η αλήθεια είναι ότι τη σήμερον ημέρα οι λόγοι για τους οποίους πολλοί εγκαταλείπουν τις πόλεις κι απομονώνονται σε μικρά χωριά είναι πολλοί, σίγουρα με τον οικονομικό να υπερέχει αλλά στο μέλλον νομίζω ότι η ζωή σε πολλές πόλεις θα είναι αβίωτη και ότι πολλοί άνθρωποι θα επιλέγουν ένα πιο μοναχικό δρόμο για να γλιτώσουν από τα δεινά της αστυφιλίας, να έρθουν σε επαφή με τη φύση και τη γαλήνη, να ανακαλύψουν τον εαυτό τους.  Ίσως είναι κάπως άβολο να μένεις πάνω σε ένα στύλο, αλλά σίγουρα δεν είναι καθόλου κατακριτέο. Και σίγουρα δεν είναι κατακριτέοι αυτοί που φεύγουν ούτε περιθωριακοί. Ίσως ένα μπαλκόνι με θέα τη θάλασσα και με τον πολιτισμό χιλιόμετρα μακριά να είναι πράγματι μια λύση στα δεινά που μας κατατρέχουν. Από την άλλη πλευρά, το να μένεις στις επάλξεις και να συνεχίζεις να πολεμάς είναι γενναίο ακόμα κι όταν είναι ουτοπικό. Θεωρώ ότι και οι δυο επιλογές είναι σεβαστές. Κι ακόμα δεν ξέρω ποια θα διαλέξω κάποτε.