Αρχείο για Ιουνίου, 2011

  • Οι «σαπουνόπερες» ονομάστηκαν έτσι από τα απορρυπαντικά που είχαν αρχικώς ως χορηγούς αυτές οι καθημερινές τηλεοπτικές σειρές. (Η Δυναστεία είναι μια ευγενική προσφορά του Skip Αντιγαριάστικ με γαλάζιους και μπορντώ κόκκους)

 

  • Το μανταρίνι ήταν άγνωστο στην Ελλάδα πριν από την Επανάσταση του ’21. Το έφερε στη χώρα μας ο Ρώσος ναύαρχος Χέυδεν, που συμμετείχε στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. (Μετά από λίγο ήρθε και η πατάτα, για να μη νομίζετε ότι οι Αρχαίοι τρώγαν και πατάτες τηγανητές)

 

  • Στη γαμήλια τελετή των αρχαίων Ίνκα του Περού, το ζεύγος θεωρείτο επισήμως παντρεμένο όταν έβγαζαν τα σανδάλια τους και τα έδιναν ο ένας στον άλλον. (Στην Ελλάδα πάλι όταν δίνουμε τα παπούτσια στο χέρι εννοούμε τη λήξη του γάμου)

Schindler’s List Theme by Itzhak Perlman

Posted: Ιουνίου 25, 2011 in Uncategorized

To πρώτο tweet της ιστορίας

Posted: Ιουνίου 24, 2011 in Uncategorized

  • Αηδιαστική λεπτομέρεια της ημέρας: Οι Μογγόλοι δεν καλλιεργούσαν χωράφια, ως νομάδες που ήταν κι ως εκ τούτου έτρωγαν πολύ κρέας. Σκότωναν άγρια ζώα όποτε τα έβρισκαν, τα ξέραιναν στον ήλιο και τα κουβαλούσαν σε σακίδια από δέρμα πάνω στα άλογά τους. Όποτε ήθελαν να φάνε, έπαιρναν ένα κομμάτι ξερό κρέας, το τοποθετούσαν ανάμεσα στη σέλα και την πλάτη του αλόγου, κι όπως κάλπαζαν, αυτό μαλάκωνε από την τριβή, τη θερμότητα και το ζεστό ιδρώτα του αλόγου και το έτρωγαν χωρίς να χρειάζεται να ξεπεζέψουν και να χάσουν χρόνο. (Τρώω υγιεινά, χωρίς λίπη και μαργαρίνη, μόνο με λίγο ιδρώτα)
  • Στην αρχαία Αθήνα, ο νόμος υποχρέωνε τις κοπέλες που δεν είχαν αδελφούς να παντρεύονται με τους θείους τους ώστε η οικογενειακή περιουσία να παραμένει μέσα στο σπίτι.  (I do μπάρμπα!)
  • Ο βασιλιάς των Βουλγάρων Κρούμος έκοψε το κεφάλι του βυζαντινού αυτοκράτορα Νικηφόρου Α’, όταν τον συνέλαβε αιχμάλωτο μετά τη νίκη του στη Μάχη της Πλίσκα το 811, το λάξευσε σε κύπελλο, το επαργύρωσε και το χρησιμοποιούσε για να γιορτάζει τους θριάμβους του. (Σε βλέπω στο ποτήρι μου…)

 

Από τον Philippus Claudius

Ο ακόλουθος διάλογος έγινε το 18ο αιώνα ανάμεσα σε έναν Άγγλο αξιωματικό και στο φύλαρχο μιας φυλής ανθρωποφάγων. Αφορούσε στα πολεμικά επιτεύγματα των στρατευμάτων τους.

«Εμείς κάνουμε πολέμους που έχουν μέχρι και δέκα νεκρούς», είπε με καμάρι ο φύλαρχος.

«Σιγά το επίτευγμα!», απάντησε ο Άγγλος. «Εμείς στους δικούς μας πολέμους έχουμε πολλές χιλιάδες νεκρούς».

«Σοβαρά; Και πως τους τρώτε τόσες χιλιάδες νεκρούς;» απόρησε ο φύλαρχος.

«Εμείς δεν τους τρώμε, κύριε» αντέδρασε ενοχλημένος ο Άγγλος. «Εμείς είμαστε πολιτισμένοι, δεν είμαστε άγριοι σαν εσάς».

«Δεν τους τρώτε; Και τότε, γιατί τους σκοτώνετε;»

Η ηθική είναι κάτι πολύ αμφιλεγόμενο. Η δική μου ηθική διαφέρει από τη δική σου ηθική κι ακόμα και αν πιστεύουμε ότι ως κοινωνία έχουμε διαμορφώσει μια κοινή ηθική, ο βαθμός αφοσίωσης σε αυτήν ποικίλλει όπως ποικίλλουν και οι αντιδράσεις μας απέναντι σε ό,τι βλέπουμε γύρω μας. Η ηθική της συντριπτικής πλειονότητας του πληθυσμού του πλανήτη, τώρα αλλά και στο παρελθόν, στρέφεται ενάντια στην ανθρωποθυσία και στον κανιβαλισμό ως την υπέρτατη μορφή ασέβειας στην ανθρώπινη ζωή και είναι σαφές ότι είναι κάτι παράλογο και κατακριτέο. Πρέπει όμως να σκεφτούμε ότι η ηθική αυτών των λαών δεν θεωρούσε την πράξη αυτή ως κακή και ασεβή γιατί στην κοσμοθεωρία τους, ο νεκρός ήταν φαγητό και τίποτα παραπάνω.

Κατά τον ίδιο τρόπο, οι Αζτέκοι στο Μεξικό αιχμαλώτιζαν χιλιάδες ανθρώπους από τους γείτονες λαούς για να τους θυσιάζουν σωρηδόν προς εξευμενισμό των αιμοβόρων θεών τους. Και η δική τους όμως ηθική ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη από τη δική μας και τους υπαγόρευε να κάνουν αυτήν την αποτρόπαια πράξη για να σώσουν τον κόσμο. Κι όμως…οι Αζτέκοι θεωρούσαν εαυτούς τον επιούσιο λαό που οι θεοί επέλεξαν ως σωτήρα του κόσμου. Για να επέλθει η σωτηρία, για να μη σβήσει δηλαδή ποτέ ο ζωοδότης Ήλιος και να πεθάνουν τα πάντα πάνω στη Γη, έπρεπε οι Αζτέκοι να προσφέρουν αίμα. Οι θεοί τρέφονταν με αίμα και το συνεχές αιματοκύλισμα συντηρούσε τη ζωή στον πλανήτη. Διαστρεβλωμένη θεωρία μεν αλλά ήταν η δική τους ηθική.

Ο φύλαρχος, αν και αγράμματος (σε σχέση με τη δυτική λογική) αλλά σοφός εν τέλει, διατύπωσε μια μεγάλη αλήθεια. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να σκοτώνουν τους άλλους ανθρώπους όχι για να φάνε αλλά για να τους επιβληθούν, για να τους εκμηδενίσουν, για να τους εξολοθρεύσουν. Ο σκοπός δεν είναι η επιβίωση αλλά η υπεροχή. Οι πόλεμοι συνεχίζουν να γίνονται για την απόκτηση δύναμης, οι επεμβάσεις σωτηρίας σπέρνουν τον όλεθρο στο όνομα της ειρήνης όταν οι πραγματικοί σκοποί είναι πιο σκοτεινοί.  Μπορεί ο καννίβαλος να ήταν άγριος και ηθικά αδικαιολόγητος αλλά τουλάχιστον είχε μια δική του δικαιολογία. Οι υπόλοιποι ποια έχουν;

Ο Γιαν Βερμέερ  (1632 – 1675), ήταν Ολλανδός ζωγράφος που έζησε και εργάστηκε στην περιοχή του Ντελφτ της Δυτικής Ολλανδίας. Μαζί με το Ρέμπραντ, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους της Χρυσής Εποχής (1584-1702) της Ολλανδίας.

Ο Βερμέερ διακρίνεται κυρίως ως ζωγράφος ρωπογραφιών, καθημερινών ρεαλιστικών σκηνών και ηθογραφιών. Κατά το μεγαλύτερο ποσοστό οι πίνακες του προσαρμόζονται στην κυρίαρχη τάση της ολλανδικής ηθογραφικής ζωγραφικής, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να καταδικάζονται η αμαρτία και τα ανθρώπινα πάθη, με απώτερο στόχο τη διαπαιδαγώγηση και την ανάδειξη της «ενάρετης» ζωής. Στην πλειονότητά τους, τα ηθογραφικά έργα του επιδιώκουν να διακωμωδήσουν τις αποκλίνουσες συμπεριφορές, ενώ ελάχιστα από αυτά παρουσιάζουν ένα πρότυπο προς μίμηση, όπως ο πίνακας Η γαλατού, ένας από τους διασημότερους πίνακες του, ο οποίος απεικονίζει μία υπηρέτρια να εκτελεί επιμελώς τα καθήκοντά της. Κατά κύριο λόγο επέλεγε να ζωγραφίσει νεαρές γυναίκες, συνήθως ως μέρος μίας ευρείας σύνθεσης αλλά και σε προσωπογραφίες. Οι πίνακες του διακρίνονται για την αυστηρή σύνθεση τους, τις έντονες χρωματικές αντιθέσεις και τη χρήση του φωτός, για την οποία έχει υποστηριχθεί πως ο Βερμέερ χρησιμοποίησε σκοτεινό θάλαμο (camera obscura) για τη δημιουργία των περισσότερων πινάκων του.

Για τα δεδομένα της εποχής του ολοκλήρωσε πολύ μικρό αριθμό έργων, περίπου πενήντα από τα οποία τριάντα πέντε έχουν διασωθεί. Αν και το έργο του επαινέθηκε στη διάρκεια της ζωής του και κατά τον 18ο αιώνα, στη συνέχεια περιέπεσε στη λήθη. Η επανεκτίμηση του έργου του σχετίζεται με την εμφάνιση του κινήματος του ιμπρεσιονισμού.