Archive for the ‘ΔΙΕΣΤΡΑΜΜΕΝΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ’ Category

Η Ίρις ήταν δευτερεύουσα θεότητα του Ολύμπου. Ανήκε στην ακολουθία των θεών με καθήκοντα αγγελιαφόρου όμοια με εκείνα του Ερμή (ταχυδρόμα δηλαδή). Οι αρχαίοι Έλληνες φαντάζονταν την Ίριδα ακριβώς όπως αγιογραφούνται σήμερα από τους χριστιανούς οι αρχάγγελοι: Νέα με πλούσιο κοντό χιτώνα, με μεγάλα φτερά στους ώμους και χρυσά φτερωτά σανδάλια φέροντας στο χέρι το κηρύκειο, όπως ο Ερμής. Κάθε μέρα μετέφερε από τη ιερή πηγή της Στύγας το ιερό ύδωρ, που ήταν αναγκαίο για τον όρκο των θεών (γιατί δεν πήγαινε μια και καλή να φέρει πολύ με κοντέινερ;) Ο δρόμος που ακολουθούσε στον ουρανό για να μεταφέρει από τη Στύγα «ιερό ύδωρ» χαρασσόταν επτάχρωμος. Αυτό ήταν το ουράνιο τόξο (εξού και στα ισπανικά λέγεται arco iris, δηλαδή το τόξο της Ίριδας).

Με την ορμή της βροχής έφθανε από τον Όλυμπο στη γη ή στη θάλασσα προκειμένου να βοηθήσει την ετοιμόγεννη Λητώ όταν με διαταγή της ζηλότυπης Ήρας «ουδείς τόπος φωτιζόμενος από τον Ήλιο» τη δεχόταν να γεννήσει (εμ, κι άλλα εξώγαμα του Δία, θα την άφηνε ήσυχη η κερατού;) Είχε όμως και άλλες υπηρεσίες ιδίως κοντά στην Ήρα. Αυτή έστρωνε το κρεβάτι της, βοηθούσε στον καλλωπισμό της ή άλειφε με ιερά μύρα τα θεία μέλη της (το κυρία τέλει κάτι άλλο;) Δεν απαξιούσε όμως να εκτελέσει παραγγελίες και θνητών όπως την παρουσιάζει ο Όμηρος στην Ιλιάδα, όπου σπεύδει κατά παράκληση του Αχιλλέα να ζητήσει από τον Βορέα και τον Ζέφυρο να δυναμώσει την πυρά του νεκρού Πατρόκλου (εδώ λειτούργησε ως courier). Επίσης στην Ιλιάδα πείθει τον Αχιλλέα να ξαναμπεί στη μάχη, μόλις σκοτώνεται ο φίλος του Πάτροκλος κι ο Έκτορας θέλει να πάρει το πτώμα του Πάττυ (εδώ λειτούργησε ως Τένια Μακρή) .

Γενικά από όλες τις μυθολογικές ιστορίες διαφαίνεται καθαρά πως η Ίρις ήταν η ιδεατή ανθρωπόμορφη ιπτάμενη θεότητα της έννοιας του ατμοσφαιρικού φαινομένου του ουράνιου τόξου, προς τούτο και η στενή σχέση με την Ήρα (που δεν είναι τίποτα άλλο από αναγραμματισμός της λέξης Αήρ, σύμφωνα με κάποιους), θεότητα του αέρα και των καιρικών φαινομένων. Με λίγα λόγια, Φιλιππινέζα αγγέλα, το κορίτσι για όλες τις δουλειές, με βασικό μισθό και καθόλου χρόνο για έρωτες (με είδατε να γράφω για νταραβέρια της Ίριδας;) Επίσης ουράνια ελαιοχρωματίστρια με ειδικότητα στο delivery.

Αntonio Τempest - Νessus and Deianira

Σύζυγος του Ηρακλή. Μια φορά, ο Ηρακλής και η Δηιάνειρα ήθελαν να περάσουν ένα ποτάμι (είχαν να πάνε σε κάτι κουμπάρους τους). Ο Κένταυρος Νέσσος έκανε τον περαματάρη, αλλά μπορούσε να μεταφέρει στη ράχη του έναν άνθρωπο κάθε φορά (του είχε χαλάσει το σαμάρι). Πέρασε λοιπόν πρώτα τον Ηρακλή, και μετά επέστρεψε στην άλλη όχθη και πήρε στη ράχη του και τη Δηιάνειρα. Τότε όμως προσπάθησε είτε να την απαγάγει, είτε (σύμφωνα με άλλη εκδοχή) να τη βιάσει. Ο Ηρακλής, βλέποντάς τους από την άλλη όχθη του ποταμού, σημάδεψε καλά και τραυμάτισε καίρια τον Νέσσο με ένα βέλος του (Νέσσο, θα σε πονέσω). Ο Νέσσος, πεθαίνοντας, έδωσε μια ποσότητα από το αίμα του (Ρέζους αρνητικό) στη Δηιάνειρα λέγοντάς της πως, όταν της απιστήσει κάποτε ο Ηρακλής, θα τον ξανάφερνε κοντά της αλείφοντας τον χιτώνα του με αυτό (Μην το δοκιμάσετε στο σπίτι).

Μετά από χρόνια λοιπόν, όταν η Δηιάνειρα υποπτεύθηκε ότι ο Ηρακλής ερωτεύθηκε την Ιόλη (όχι το νερό), άλειψε με το αίμα του Κενταύρου τον χιτώνα του. O Ηρακλής, φορώντας τον και αδιαφορώντας για το ότι είχε γίνει κόκκινος εμπριμέ, καταλήφθηκε μετά από λίγο από τρομερούς πόνους, το δέρμα του τσουρούφλαγε αλλά όποτε προσπαθούσε να βγάλει το χιτώνα έβγαιναν μαζί και οι σάρκες του και στην απόγνωσή του συγκέντρωσε ξύλα στην κορυφή του όρους Οίτη και παρακάλεσε τον Φιλοκτήτη να ανάψει πυρά, πάνω στην οποία ανέβηκε και κάηκε. Μέχρι σήμερα, η υψηλότερη κορυφή της Οίτης ονομάζεται «Πυρά». Η Δηιάνειρα, μαθαίνοντας το γεγονός αυτό, αυτοκτόνησε. Άλλο ένα happy end της Ελληνικής μυθολογίας με ήρωες και θεούς να περνούν ανέμελες στιγμές ξεγνοιασιάς σε ανθισμένα λιβάδια. Με λίγα λόγια, πήγε να κάνει την κουτσουκέλα της με τον Νέσσο (σιγά μη δεν τον ήθελε, όσο νά’ναι ήταν ένας άνθρωπος με κάποια στοιχεία αλόγου…) και τελικά τον έκανε φλαμπέ τον Ηρακλή. Μπορεί αυτός να γλίτωσε από όλα τα τέρατα αλλά τελικά πήγε από φουστάνι.

Η Ηχώ ήτο μια νύμφη που σε μια περιπλάνησή της στα δάση, είδε και ερωτεύτηκε το Νάρκισσο. Προσπάθησε να τον σαγηνέψει με την ομορφιά της, αλλά εκείνος ήταν απορροφημένος από τη δική του ομορφιά (Τι κουκλί που είμαι ο Μελένιος!). Χρησιμοποίησε τότε τη φωνή της, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα (Στάσου, μύγδαλα). Αυτή η απόρριψη είχε ως αποτέλεσμα η νύμφη να πέσει σε βαθιά θλίψη και στην πρέζα, να κρύβεται στα δάση και η φυσική της υπόσταση να εξαφανιστεί σιγά σιγά έτσι ώστε να μείνει μόνο η φωνή της, που κι αυτή ακόμα ακούγεται ως επανάληψη λέξεων άλλων. Έτσι όταν οι θεοί από οίκτο τη μεταμόρφωσαν σε βράχο, διατήρησε την ιδιότητα της επανάληψης των τελευταίων συλλαβών της όποιας φωνής έφθανε σ΄αυτόν. Κατά τον Οβίδιο η Ηχώ είχε αναλάβει να βοηθάει τον Δία κατά τις ερωτοτροπίες του με τις Νύμφες απασχολώντας την Ήρα με την ακατάσχετη αλλά ευχάριστη φλυαρία της (και που λες Ήρα μου, τη βλέπω στη λαϊκή και μου λέει, “καλά, σού΄κανε ένα μαλλί μπλα μπλα μπλα). Όταν όμως η Ήρα αντελήφθη το κόλπο της Ηχούς, της αφαίρεσε τη λαλιά αφήνοντας τόσο λίγη που να μπορεί μόνο να επαναλαμβάνει τις τελευταίες συλλαβές των όσων ακούει (μαλλί λί λί λί…) Όπως και να έχουν τα πράγματα, πρέπει να υποκλιθούμε στην ανάγκη των αρχαίων Ελλήνων να εξηγήσουν τα φυσικά φαινόμενα γύρω τους και την ευρηματικότητα κατά τη δημιουργία των μύθων. Με λίγα λόγια, νύμφη emo που επειδή η βαλεριάνα και το Βάλιουμ δεν έκαναν τίποτα για να απαλύνουν το heartbreak της κατέληξε Μαρία της Σιωπής.

Φυγετε λιγουρια!

Η Πηνελόπη,  ήταν κόρη του βασιλιά των Αμυκλών Ικάριου. Το όνομά της είναι ακόμη και σήμερα σύμβολο της πιστής και αφοσιωμένης συζύγου (το τίμησε το στεφάνι της) Παντρεύτηκε το βασιλιά της Ιθάκης Οδυσσέα. Στον ένα χρόνο που έζησε με τον Οδυσσέα, πριν αυτός φύγει για την Τροία, απέκτησε τον Τηλέμαχο, ενώ λέγεται πως μετά την επιστροφή του Οδυσσέα έκανε και τον Πτολίπορθο (τον ποιόν; Άκου όνομα…Πτολίπορθος. “Πτολίπορθε, τα cornflakes σου είναι έτοιμα”. Ωστόσο, η σημασία του είναι πολύ ελκυστική: αυτός που εκπορθεί τις πόλεις).

Η Πηνελόπη, εκτός από ομορφιά και πλούτη (πολλά οικόπεδα στη Λακωνία και χωράφια στο Γύθειο και τη Στούπα), είχε και όλες τις αρετές μιας ιδανικής συζύγου. Ήταν έξυπνη, συνετή, πιστή στον άντρα της και αφοσιωμένη στο γιο της, Τηλέμαχο, που ήταν νινί ακόμα, όταν έφυγε ο Οδυσσέας. Όταν ο Οδυσσέας έφυγε, της είπε να ξαναπαντρευτεί αν δε γύριζε (την τέσταρε). Παρόλα αυτά η Πηνελόπη τον περίμενε για 20 χρόνια, ακόμη και όταν όλοι τον θεωρούσαν νεκρό (θα είχε το κληρονομικό χάρισμα ή θα είχε διαβάσει την Οδύσσεια).

Τα 20 χρόνια της απουσίας του Οδυσσέα, η Πηνελόπη, μόνη, όμορφη και βασίλισσα καθώς ήταν, προσέλκυσε πολλούς ευγενείς μνηστήρες που επιθυμούσαν να την παντρευτούν και να ανακηρυχθούν άρχοντες της Ιθάκης (Χρυσό κουφέτο και φέτο). Στην αρχή, η Πηνελόπη τους αγνοούσε, όταν όμως οι μνηστήρες άρχισαν να την πιέζουν, αναγκάστηκε να δηλώσει ότι θα διαλέξει έναν από αυτούς, όταν θα τελειώσει το σάβανο που έπλεκε για τον πεθερό της Λαέρτη . Η Πηνελόπη, που δεν επιθυμούσε βέβαια να ξαναπαντρευτεί (δεν παντρεύεσαι μέσα στην οικονομική κρίση), έπλεκε το σάβανο την ημέρα και το ξήλωνε την νύχτα (ολημερίς το χτίζανε το βράδυ γκρεμιζόταν, ούτε το γεφύρι της Άρτας να ήταν). Αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια, κατά τα οποία οι μνηστήρες έτρωγαν και λεηλατούσαν την περιουσία του Οδυσσέα, μέχρι που κάποια υπηρέτρια την πρόδωσε (σιχαμένο δουλικό). Τότε πάλι αναγκάστηκε να ανακηρύξει αγώνα τοξοβολίας, για να παντρευτεί τον νικητή.

Εκείνη όμως ήταν και η στιγμή που επέστρεψε ο Οδυσσέας στην Ιθάκη και μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο χώθηκε μες στο παλάτι και μπήκε στη συντροφιά των μνηστήρων οι οποίοι αρχικά τον κορόϊδευαν. Ο Οδυσσέας φανερώθηκε σε κάποιους υπηρέτες του αλλά όχι ακόμη στην Πενέλοπε (μήπως ήθελε να εξακριβώσει ιδίοις όμμασι μήπως του τα φόραγε; Είκοσι χρόνια πιστή; Που τα πουλάς αυτά μωρή;) Η Πηνελόπη λοιπόν, εμφανίστηκε στη σάλα συνοδευόμενη από πολλές δούλες που κουβαλούσαν το παλιό τόξο του Οδυσσέα και τη φαρέτρα του, καθώς και δώδεκα τσεκούρια. Τότε ανακοίνωσε πως όποιος από τους μνηστήρες θα λύγιζε τη χορδή του τόξου και θα περνούσε μια σαΐτα μέσα από τις τρύπες των τσεκουριών θα γινόταν άντρας της (η δεύτερη δοκιμασία ήταν ποιος θα φτιάξει το καλύτερο κέικ μέσα σε  60 λεπτά και στην τρίτη διαγωνίζονταν στο τραγούδι). Κάποιοι προσπάθησαν αλλά ούτε να το λυγίσουν δε μπορούσαν κι έγιναν ρεντίκολο. Τότε αρπάζει ο Οδυσσέας το τόξο του, το λυγίζει σα λάστιχο και περνάει το βέλος μέσα κι από τα δώδεκα τσεκούρια (σικέ). Οι μνηστήρες σάστισαν αλλά όχι για πολύ γιατί σε λίγο έβλεπαν όλοι τα ραδίκια ανάποδα και πρώτος πρώτος ο αρχηγός τους Αντίνοος. Η Πηνελόπη μόλις τότε γνώρισε τον άντρα της και το βράδυ επακολούθησε μια καυτή ερωτική βραδιά, την οποία ο Όμηρος αποσιωπά αλλά μπορείτε να φανταστείτε το πάθος της Πηνελόπης μετά από 20 χρόνια μοναξιάς. Ο Οδυσσέας πάλι είχε γνωρίσει μπόλικα γκομενάκια κατά την απουσία του αλλά κάθε λιμάνι και καημός. Με λίγα λόγια, καλοβαλμένη αλλά αραχνιασμένη milf με ταλέντο στον αργαλειό και το 20ετές catering τεμπελχανάδων πριγκήπων.

Ζώνη της Ιππολύτης: Η Ιππολύτη ήταν βασίλισσα των Αμαζόνων. Η ζώνη της είχε δοθεί ως δώρο από τον Άρη (επειδή πέρασε στο πανεπιστήμιο). Για τις Αμαζόνες η ζώνη αυτή αποτελούσε έμβλημα εξουσίας. Η Αδμήτη, κόρη του Ευρυσθέα, επιθυμούσε τρελά να αποκτήσει τη ζώνη αυτή (τη θέλω, τη θέλω, τη θέλω), γι’αυτό και ο Ευρυσθέας ανέθεσε στον ανηψιό του Ηρακλή να του τη φέρει πάση θυσία (Καταλαβαίνετε ότι ήταν haute couture και συλλεκτικό κομμάτι). Μετά από πολλές περιπέτειες ο Ηρακλής και η παρέα του αποβιβάστηκαν στη Θεμίσκυρα, πρωτεύουσα της χώρας των Αμαζόνων (κάπου στην Τουρκία, τώρα μάλλον θα λέγεται Τεμουσκίρ Έζελ). Η Ιππολύτη φαινόταν καταρχήν πρόθυμη να τους παραχωρήσει τη ζώνη. Ωστόσο η Ήρα, θέλοντας να δυσκολέψει το έργο του Ηρακλή, μεταμορφώθηκε σε Αμαζόνα και ξεσήκωσε τις υπόλοιπες εναντίον του. Αυτό το κατόρθωσε διαδίδοντας τη φήμη, ότι ο Ηρακλής και οι σύντροφοι του είχαν σκοπό να απαγάγουν τη βασίλισσά τους. Γιατί η Ήρα δε χώνευε τον Ηρακλή; Γιατί ήταν γιος του Δία, κοινώς ξώγαμο, κοινώς θα σου δείξω εγώ που η μάνα σου πήγε να μου κλέψει τον άντρα. Το αποτέλεσμα της δολοπλοκίας της Ήρας ήταν οι Αμαζόνες να οπλιστούν ακαριαία και να ορμήσουν στο μέρος όπου βρισκόταν το πλοίο του Ηρακλή. Ακολούθησε μια αιματηρή μάχη, η οποία οδήγησε στο θάνατο πολλές από τις Αμαζόνες (Αυτό που λέμε: “πεθαίνω γι’αυτή τη ζώνη”). Ο Απολλόδωρος υποστήριζε ότι μεταξύ των Αμαζόνων που θανατώθηκαν βρισκόταν και η Ιππολύτη, από το νεκρό σώμα της οποίας ο Ηρακλής πήρε τελικά τη ζώνη. Ο Διόδωρος από την άλλη αναφέρει ότι η Ιππολύτη απλά αιχμαλωτίστηκε και παρέδωσε τη ζώνη ως αντάλλαγμα για την ελευθερία της. Το θέμα είναι ότι η Αδμήτη το πήρε το δωράκι της αλλά δεν είχε με τι να τη συνδυάσει κι έμεινε στην ντουλάπα.

Στην ελληνική μυθολογία ο Ερμαφρόδιτος ήταν γιος του Ερμή και της Αφροδίτης. Σε ηλικία 15 ετών, ο Ερμαφρόδιτος, ως θεϊκό παιδί, ήταν ο ομορφότερος νέος στον κόσμο. Την ανατροφή του είχαν αναλάβει οι Ναϊάδες που κατοικούσαν στις σπηλιές του όρους Ίδη[της Φρυγίας (Σιγά μην τον μεγάλωνε η μάνα του, αυτή γκομένιζε από δω κι από κει). Μία ημέρα, ο Ερμαφρόδιτος έφυγε από το βουνό για να ταξιδέψει ως την Καρία (είχε ένα σεμινάριο εκεί). Στον δρόμο κάθισε να ξαποστάσει σε ένα δασάκι κοντά στην Αλικαρνασσό. Εκεί κοντά έτρεχε μια γάργαρη πηγή, που σχημάτιζε και μια λιμνούλα. Ο νέος ξεδίψασε και μετά θέλησε και να πάρει το μπάνιο του για να καθαριστεί από τις σκόνες του δρόμου (μαγιό δεν είχε μαζί του και το αποτέλεσμα θα το δείτε τώρα). Η Νύμφη της πηγής, η Σαλμακίδα, μόλις τον είδε τον ερωτεύθηκε αμέσως, έτρεξε κοντά του και τον αγκάλιασε σφιχτά (Τι μωρό είσαι εσύ;). Ο Ερμαφρόδιτος αιφνιδιάσθηκε και την απώθησε (Σιγά μωρή λυσσάρα!). Δεν μπόρεσε όμως να ξεφύγει από το αγκάλιασμά της. Παρακάλεσε τότε τους θεούς να τον ελευθερώσουν. Αλλά και η Σαλμακίς τους παρακάλεσε θερμά να μην την εγκαταλείψει ποτέ ο αγαπημένος της. Οι θεοί εισάκουσαν τα παρακάλια της Νύμφης (μάλλον τους λάδωσε) και έτσι ο Ερμαφρόδιτος με τη Σαλμονέλα έμειναν για πάντα ενωμένοι σε ένα πλάσμα, που είχε και τα δύο φύλα, το αρσενικό και το θηλυκό. Ακόμα και σήμερα, στη Βιολογία οι οργανισμοί που έχουν και τα δύο φύλα σε ένα άτομο ονομάζονται ερμαφρόδιτοι.

Ως αντάλλαγμα, ο Ερμαφρόδιτος ζήτησε άλλη χάρη από τους θεϊκούς γονείς του: όποιος στο εξής λουζόταν στη λιμνούλα αυτή να έχανε τον ανδρισμό του, πράγμα που έγινε. Ακόμα και κατά την ιστορική εποχή, στα χρόνια του Στράβωνα, υπήρχε η πεποίθηση ότι η συγκεκριμένη λιμνούλα εξακολουθούσε να επιδρά κατά τον τρόπο αυτό στους άνδρες που έμπαιναν μέσα της (ένα μπάνιο πήγα να κάνω και βγήκα Τρύφωνας Σαμαράς).

Τον μύθο ενός πλάσματος θεϊκού με διπλή φύση, οι Έλληνες τον αντέγραψαν από τη Μέση Ανατολή. Γνωστή ήταν η διπλή θεότητα Αστάρτη-‘Αδωνις στους Φοίνικες. Στην αρχαία Κύπρο, παράλληλα με τη λατρεία της Αφροδίτης είχαν και τη λατρεία το«Αφρόδιτου», ο οποίος στις αναπαραστάσεις του έφερε γενειάδα, φαλλό και γυναικεία ρούχα (κοινώς λάτρευαν μια τραβεστί). Με λίγα λόγια: 15χρονο μοντέλο+λυσσάρα νυμφομανής=Dana International.

Ο Πάνας ήταν δευτερεύουσα θεότητα, που ήταν συνυφασμένη με την «πανίδα» της Φύσης, (άνθρωποι και ζώα) σε μια αμφίδρομη σχέση προστασίας, αλλά και προσωποποίηση της γενετικής δύναμης της ζωής. Συνδυάζοντας τον ανθρώπινο και ζωικό παράγοντα, ο Πάνας απεικονιζόταν να έχει πόδια ζώου, ένας τραγοπόδαρος Θεός, προστάτης των κτηνοτρόφων και κυνηγών, και να ζει μόνιμα στη φύση (όρη, δάση, σπήλαια, κοιλάδες, ρεματιές, ρυάκια, χαράδρες, φαράγγια, γκρεμούς, λαγκάδια, κάμπους, πεδιάδες, ποτάμια, πηγές, παγετώνες, ζούγκλες, άλση, τούνδρα, ερήμους, βάλτους, συμβολαιογραφεία – όχι, αυτό είναι άσχετο). Γεννήθηκε στο όρος Λύκαιο της Αρκαδίας. Μόλις όμως τον αντίκρισε η μητέρα του τον εγκατέλειψε τρομαγμένη από τη μορφή που είχε, με δύο κέρατα κατσικιού στο κεφάλι, μυτερά αυτιά, γενειοφόρος και τραγοπόδαρος (τα μωρά ομορφαίνουν μετά τους 6 μήνες, τι περίμενε κι αυτή;). Ο Ερμής που αντελήφθη τη σκηνή έσπευσε και προστάτευσε τον έκθετο Πάνα τον οποίο και μετέφερε στον Όλυμπο όπου και τον παρουσίασε στον Δία και τους άλλους θεούς οι οποίοι και τον καλοδέχθηκαν (στη στάνη του βουνού). Στη συνέχεια επέστρεψε και ανατράφηκε από τις αρκαδικές Νύμφες, οπότε και έγινε φίλος του Διονύσου και εμφανίσθηκε πλέον ως προστάτης των γεωργών και κτηνοτρόφων και των προϊόντων τους, φίλος του κρασιού και του γλεντιού .

Ο Πάνας ήταν ο σύντροφος των Νυμφών (που ήταν και νυμφομανείς) και ακούραστος εραστής κάθε νέας ή νέου που πλησίαζε το χώρο του, δηλαδή την Φύση (σιγά ρε Αλαίν Ντελόν). Προστάτης του πολλαπλασιασμού των αιγοπροβάτων δεν άργησε να θεωρείται και ο ίδιος επιβήτορας ακόμη και αυτών (στην αναβροχιά καλή κι η γίδα η Μαριγούλα). Αγαπούσε τη φυσική υπαίθρια ζωή όπου περνούσε ώρες ατέλειωτες παίζοντας…με τον ποιμενικό του αυλό, τη σύριγγα. Λέγεται μάλιστα ότι η Σύριγξ ήταν και αυτή Νύμφη η οποία προκειμένου να τον αποφύγει μεταμορφώθηκε σε καλαμιά (καλύτερα σαν καλαμιά στον κάμπο παρά στα δίκτυα του αιγοπρόβατου). Τότε ο Πάνας έκοψε απ΄ αυτή ανόμοια τεμάχια καλαμιού τα οποία και ένωσε σε σειρά και δημιούργησε τον αυλό του (νά’χω κάτι να σε θυμάμαι). Χαρακτηριστικός επίσης, σχετικά με το πρόσωπό του, είναι και ο θρύλος ότι στη Μάχη του Μαραθώνα βοήθησε τους Έλληνες εναντίον των Περσών με δυνατές και τρομακτικές φωνές επαναλαμβάνοντας ρυθμικά το όνομά του «παν – παν – παν…. με συνέπεια οι Πέρσες, ακούγοντάς τον, καταλήφθηκαν από πανικό (λέξη που προέρχεται από το όνομα Παν) όπου και υποχώρησαν. (Οι λέξεις πάνελ, πάνα, πανώ, πανέρι και πανωσέντονο πάλι δεν έχουν καμία σχέση με το όνομά του).

Ο Πάνας ήταν εξαιρετικά δημοφιλής θεός στην αρχαιότητα, αλλά στους ύστερους χρόνους θεωρήθηκε θνητή δαιμονική μορφή. Έτσι με την έλευση του Χριστιανισμού η μορφή του Πάνα διαστρεβλώθηκε ως μορφή του διαβόλου. Κοινώς μπουρτζόβλαχο θεοποιημένο γίδι με τρελές σεξουαλικές επιδόσεις και μεγάλο fan club που οι Χριστιανοί το παρουσίασαν ως διάολο γιατί διέφθειρε τις κορασίδες.