Στην ελληνική μυθολογία ο Ερμαφρόδιτος ήταν γιος του Ερμή και της Αφροδίτης. Σε ηλικία 15 ετών, ο Ερμαφρόδιτος, ως θεϊκό παιδί, ήταν ο ομορφότερος νέος στον κόσμο. Την ανατροφή του είχαν αναλάβει οι Ναϊάδες που κατοικούσαν στις σπηλιές του όρους Ίδη[της Φρυγίας (Σιγά μην τον μεγάλωνε η μάνα του, αυτή γκομένιζε από δω κι από κει). Μία ημέρα, ο Ερμαφρόδιτος έφυγε από το βουνό για να ταξιδέψει ως την Καρία (είχε ένα σεμινάριο εκεί). Στον δρόμο κάθισε να ξαποστάσει σε ένα δασάκι κοντά στην Αλικαρνασσό. Εκεί κοντά έτρεχε μια γάργαρη πηγή, που σχημάτιζε και μια λιμνούλα. Ο νέος ξεδίψασε και μετά θέλησε και να πάρει το μπάνιο του για να καθαριστεί από τις σκόνες του δρόμου (μαγιό δεν είχε μαζί του και το αποτέλεσμα θα το δείτε τώρα). Η Νύμφη της πηγής, η Σαλμακίδα, μόλις τον είδε τον ερωτεύθηκε αμέσως, έτρεξε κοντά του και τον αγκάλιασε σφιχτά (Τι μωρό είσαι εσύ;). Ο Ερμαφρόδιτος αιφνιδιάσθηκε και την απώθησε (Σιγά μωρή λυσσάρα!). Δεν μπόρεσε όμως να ξεφύγει από το αγκάλιασμά της. Παρακάλεσε τότε τους θεούς να τον ελευθερώσουν. Αλλά και η Σαλμακίς τους παρακάλεσε θερμά να μην την εγκαταλείψει ποτέ ο αγαπημένος της. Οι θεοί εισάκουσαν τα παρακάλια της Νύμφης (μάλλον τους λάδωσε) και έτσι ο Ερμαφρόδιτος με τη Σαλμονέλα έμειναν για πάντα ενωμένοι σε ένα πλάσμα, που είχε και τα δύο φύλα, το αρσενικό και το θηλυκό. Ακόμα και σήμερα, στη Βιολογία οι οργανισμοί που έχουν και τα δύο φύλα σε ένα άτομο ονομάζονται ερμαφρόδιτοι.

Ως αντάλλαγμα, ο Ερμαφρόδιτος ζήτησε άλλη χάρη από τους θεϊκούς γονείς του: όποιος στο εξής λουζόταν στη λιμνούλα αυτή να έχανε τον ανδρισμό του, πράγμα που έγινε. Ακόμα και κατά την ιστορική εποχή, στα χρόνια του Στράβωνα, υπήρχε η πεποίθηση ότι η συγκεκριμένη λιμνούλα εξακολουθούσε να επιδρά κατά τον τρόπο αυτό στους άνδρες που έμπαιναν μέσα της (ένα μπάνιο πήγα να κάνω και βγήκα Τρύφωνας Σαμαράς).

Τον μύθο ενός πλάσματος θεϊκού με διπλή φύση, οι Έλληνες τον αντέγραψαν από τη Μέση Ανατολή. Γνωστή ήταν η διπλή θεότητα Αστάρτη-‘Αδωνις στους Φοίνικες. Στην αρχαία Κύπρο, παράλληλα με τη λατρεία της Αφροδίτης είχαν και τη λατρεία το«Αφρόδιτου», ο οποίος στις αναπαραστάσεις του έφερε γενειάδα, φαλλό και γυναικεία ρούχα (κοινώς λάτρευαν μια τραβεστί). Με λίγα λόγια: 15χρονο μοντέλο+λυσσάρα νυμφομανής=Dana International.

Advertisements

Ο Πάνας ήταν δευτερεύουσα θεότητα, που ήταν συνυφασμένη με την «πανίδα» της Φύσης, (άνθρωποι και ζώα) σε μια αμφίδρομη σχέση προστασίας, αλλά και προσωποποίηση της γενετικής δύναμης της ζωής. Συνδυάζοντας τον ανθρώπινο και ζωικό παράγοντα, ο Πάνας απεικονιζόταν να έχει πόδια ζώου, ένας τραγοπόδαρος Θεός, προστάτης των κτηνοτρόφων και κυνηγών, και να ζει μόνιμα στη φύση (όρη, δάση, σπήλαια, κοιλάδες, ρεματιές, ρυάκια, χαράδρες, φαράγγια, γκρεμούς, λαγκάδια, κάμπους, πεδιάδες, ποτάμια, πηγές, παγετώνες, ζούγκλες, άλση, τούνδρα, ερήμους, βάλτους, συμβολαιογραφεία – όχι, αυτό είναι άσχετο). Γεννήθηκε στο όρος Λύκαιο της Αρκαδίας. Μόλις όμως τον αντίκρισε η μητέρα του τον εγκατέλειψε τρομαγμένη από τη μορφή που είχε, με δύο κέρατα κατσικιού στο κεφάλι, μυτερά αυτιά, γενειοφόρος και τραγοπόδαρος (τα μωρά ομορφαίνουν μετά τους 6 μήνες, τι περίμενε κι αυτή;). Ο Ερμής που αντελήφθη τη σκηνή έσπευσε και προστάτευσε τον έκθετο Πάνα τον οποίο και μετέφερε στον Όλυμπο όπου και τον παρουσίασε στον Δία και τους άλλους θεούς οι οποίοι και τον καλοδέχθηκαν (στη στάνη του βουνού). Στη συνέχεια επέστρεψε και ανατράφηκε από τις αρκαδικές Νύμφες, οπότε και έγινε φίλος του Διονύσου και εμφανίσθηκε πλέον ως προστάτης των γεωργών και κτηνοτρόφων και των προϊόντων τους, φίλος του κρασιού και του γλεντιού .

Ο Πάνας ήταν ο σύντροφος των Νυμφών (που ήταν και νυμφομανείς) και ακούραστος εραστής κάθε νέας ή νέου που πλησίαζε το χώρο του, δηλαδή την Φύση (σιγά ρε Αλαίν Ντελόν). Προστάτης του πολλαπλασιασμού των αιγοπροβάτων δεν άργησε να θεωρείται και ο ίδιος επιβήτορας ακόμη και αυτών (στην αναβροχιά καλή κι η γίδα η Μαριγούλα). Αγαπούσε τη φυσική υπαίθρια ζωή όπου περνούσε ώρες ατέλειωτες παίζοντας…με τον ποιμενικό του αυλό, τη σύριγγα. Λέγεται μάλιστα ότι η Σύριγξ ήταν και αυτή Νύμφη η οποία προκειμένου να τον αποφύγει μεταμορφώθηκε σε καλαμιά (καλύτερα σαν καλαμιά στον κάμπο παρά στα δίκτυα του αιγοπρόβατου). Τότε ο Πάνας έκοψε απ΄ αυτή ανόμοια τεμάχια καλαμιού τα οποία και ένωσε σε σειρά και δημιούργησε τον αυλό του (νά’χω κάτι να σε θυμάμαι). Χαρακτηριστικός επίσης, σχετικά με το πρόσωπό του, είναι και ο θρύλος ότι στη Μάχη του Μαραθώνα βοήθησε τους Έλληνες εναντίον των Περσών με δυνατές και τρομακτικές φωνές επαναλαμβάνοντας ρυθμικά το όνομά του «παν – παν – παν…. με συνέπεια οι Πέρσες, ακούγοντάς τον, καταλήφθηκαν από πανικό (λέξη που προέρχεται από το όνομα Παν) όπου και υποχώρησαν. (Οι λέξεις πάνελ, πάνα, πανώ, πανέρι και πανωσέντονο πάλι δεν έχουν καμία σχέση με το όνομά του).

Ο Πάνας ήταν εξαιρετικά δημοφιλής θεός στην αρχαιότητα, αλλά στους ύστερους χρόνους θεωρήθηκε θνητή δαιμονική μορφή. Έτσι με την έλευση του Χριστιανισμού η μορφή του Πάνα διαστρεβλώθηκε ως μορφή του διαβόλου. Κοινώς μπουρτζόβλαχο θεοποιημένο γίδι με τρελές σεξουαλικές επιδόσεις και μεγάλο fan club που οι Χριστιανοί το παρουσίασαν ως διάολο γιατί διέφθειρε τις κορασίδες.

Σειρήνες: Γυναικείες θεότητες που σχετίζονταν με το νερό, τον έρωτα και το θάνατο. Απεικονίζονταν με ανθρώπινο γυναικείο κεφάλι και σώμα αρπακτικού πουλιού (κάτι σε Άρπυιες αλλά σε πιο μοντέλα). Κατά το μύθο οι Σειρήνες ήταν θαλάσσιες νύμφες (Ναϊάδες), συνοδοί της Περσεφόνης. Όταν τη Περσεφόνη την απήγαγε ο Άδης η μητέρα της Δήμητρα τους έδωσε σώμα πουλιών για να τη βοηθήσουν στην αναζήτηση. Όταν πλέον δε κατάφεραν να τη βρουν (άχρηστες τελικά ως άγγελοι του Τσάρλυ) εγκαταστάθηκαν σε ένα νησί από όπου με το πανέμορφο τραγούδι τους (μάλλον έντεχνο τραγουδούσαν) προσείλκυαν τους ναύτες των πλοίων που πλησίαζαν στην περιοχή τους και προκαλούσαν στην συνέχεια την καταστροφή τους (καλά είπα έντεχνο…) Αναφέρονται για πρώτη φορά στην Οδύσσεια ότι κατοικούσαν στη νήσο Ανθεμόεσσα του Τυρρηνικού πελάγους, στο στενό της Μεσσήνης μεταξύ Σικελίας και Καλαβρίας. Ο Οδυσσέας είχε ενημερωθεί από την Κίρκη για το γοητευτικό τραγούδι τους με το οποίο παγίδευαν τους ανυποψίαστους ταξιδιώτες, που πλησιάζοντας είτε ξεχνούσαν τον προορισμό τους (που ήταν να πάω, Πράγα ή Πάργα;), είτε κατασπαράζονταν απ΄ αυτές (γιατί και οι τραγουδίστριες πεινάνε), κι έτσι διέταξε σε όλο το πλήρωμα του να βάλουν κερί στα αυτιά τους ώστε να μην ακούν το τραγούδι των Σειρήνων (οι πρώτες ωτοασπίδες της ιστορίας), ενώ ό ίδιος ζήτησε να τον δέσουν στο κατάρτι ώστε όταν ακούσει το τραγούδι τους να μη παρασυρθεί στη γοητεία τους. Και πράγματι, τις άκουσε να τραγουδούν τα διάσημα σουξέ τους αλλά όσο κι αν παρακάλεσε τους ναύτες του να τον λύσουν για να πάει κοντά στις αοιδούς, αυτοί δεν τον έλυναν κι έτσι σώθηκε. Πριν τον Οδυσσέα, μόνο οι Αργοναύτες είχαν καταφέρει αλώβητοι να περάσουν από τα μπουζούκια αυτά, όταν ο Κένταυρος Χείρων είχε προειδοποιήσει τον Ιάσονα να πάρει μαζί του τον Ορφέα (κάτι σαν το Μάριο Φραγκούλη) ο οποίος με το τραγούδι του ξεπέρασε σε ομορφιά τις σειρήνες και στέφθηκε νικητής στη Eurovision ενώ οι Σειρήνες αρκέστηκαν στη δεύτερη θέση αν και είχαν καλή σκηνική παρουσία. Έτσι, οι Αργοναύτες κατόρθωσαν τελικά να διαφύγουν χωρίς απώλειες. Με λίγα λόγια, καλλίφωνες, σέξυ κότες που κατάντησαν να κοσμούν την οροφή των περιπολικών.

Στον δρόμο της επιστροφής του για τη Σέριφο, πέρασε από την Αιθιοπία (Σαν να λέμε, πήγε Καστελλόριζο μέσω Λαμίας). Εκεί, είδε μια γυναίκα αλυσοδεμένη σε ένα βράχο (how kinky!!!). Δεν ήταν άλλη από την Ανδρομέδα, κόρη του βασιλιά Κηφέα, και της Κασσιόπης. Η Κασσιόπη είχε προκαλέσει την οργή του Ποσειδώνα, επειδή περηφανεύτηκε πως είναι πιο όμορφη από τις Νηρηίδες (άλλη ψωνάρα, βλέπε Νιόβη). Ο Ποσειδώνας έστειλε λοιπόν ως τιμωρία, έναν Δράκοντα και για εξιλέωση απαίτησε την θυσία της Ανδρομέδας. Ο Περσέας, ερωτευμένος με το γκομενάκι, αποφασίζει να σκοτώσει τον Δράκοντα και να πάρει μαζί του την Ανδρομέδα. Και πράγματι έσφαξε το άλιεν και, με την συγκατάθεση των γονιών της παίρνει την Ανδρομέδα μαζί του στη Σέριφο.

Γυρίζοντας o Περσέας νικητής στη Σέριφο, ο Πολυδέκτης, μην πιστεύοντας ότι ο άθλος είχε γίνει, προκαλεί τον ήρωα να του δείξει το κεφάλι. Ο ήρωας προειδοποιεί τους δικούς του να μην κοιτάξουν και βγάζει από τον σάκο το κεφάλι της Μέδουσας. Όσοι το κοίταξαν, ανάμεσά του και ο Πολυδέκτης, πέτρωσαν μονομιάς. Έτσι επιβεβαιώθηκε η δύναμη του κεφαλιού, ακόμη και νεκρό, και γέμισε η Σέριφος από πέτρες που έμοιαζαν με ανθρώπους (προσέχετε που ακουμπάτε όταν πάτε για μπάνιο στα βράχια). Μετά από αυτό ο Περσέας αφιέρωσε το κεφάλι στην Αθηνά, η οποία το πήρε και το κάρφωσε μπροστά στην ασπίδα της. Ο Δίκτυς ανέλαβε την ηγεσία του νησιού (όχι, που θ’άφηνε) και ο Περσέας, με τις δυο γυναίκες, ετοιμάστηκε για την επιστροφή στο Άργος.

Ο Περσέας ήθελε να συμφιλιωθεί με τον παππού του Ακρίσιο, ο οποίος παρόλο που ένιωθε περήφανος για τον εγγονό του, έχοντας γνώση του χρησμού, ήθελε να αποφύγει την συνάντηση και γι’ αυτό κατέφυγε στη Λάρισα της Θεσσαλίας (ιιιιχάαα). Όμως “ό,τι γράφεται δεν ξεγράφεται” όπως λέγανε και οι Αζτέκοι. Ερχόμενος στο Άργοςγια να συναντήσει τον παππού του ο Περσέας, έμαθε ότι στη Λάρισα γίνονταν αγώνες. Τότε έστειλε τη μητέρα του  Δανάη στο Άργος, κι αυτός  πήγε να πάρει μέρος  στα Τσικλητήρεια. Σ’ έναν αγώνα δισκοβολίας ο Περσέας ρίχνοντας δυνατά τον δίσκο (έκανε και παγκόσμιο ρεκόρ παρά τον αντίθετο άνεμο), σκοτώνει έναν από τους θεατές που δεν ήταν άλλος από τον  παππού του  Ακρίσιο. Αυτή η πουτάνα η Πυθία όλα τα βρίσκει. Μην μπορώντας να δεχτεί τον θρόνο του Άργους κάτω από αυτές τις συνθήκες ο Περσέας, τον ανταλλάσσει με τον ξάδελφό του Μεγαπένθη, βασιλιά της Τίρυνθας. Έτσι ο Περσέας έγινε βασιλιάς της Τίρυνθας (εκεί που τώρα υπάρχει το χωριό με το υπέροχο όνομα Δαλαμανάρα). Όταν ο Περσέας πέθανε, οι θεοί δεν τον έστειλαν στον Άδη, αλλά στα άστρα. Έγινε αστερισμός και μαζί του η Ανδρομέδα έγινε αστέρω όπως και οι γονείς της Κηφέας και Κασσιόπη. Ηθικό δίδαγμα: Αν το μαντείο σας πει ότι ο εγγονός σας θα σας σκοτώσει, κλείστε αυτόν και την κόρη σας σε σκάφη και πετάξτε τους στο πέλαγος. Αν σωθούν, αποφύγετε τα τουρνουά στίβου.


H Μέδουσα του Caravaggio

Περσέας: Σε αντίθεση με το Μελέαγρο που τον έφαγε η μαρμάγκα, ο Περσέας συνεχίζει να είναι από τους πιο δημοφιλείς ήρωες και να συγκεντρώνει πολλά likes. Ο παππούς του Περσέα λεγόταν Ακρίσιος και ήταν βασιλιάς του Άργους. Από το γάμο του απέκτησε μόνο μία κόρη, τη Δανάη. Θέλοντας όμως πάντα να αποκτήσει έναν διάδοχο για τον θρόνο του, αποφάσισε να πάει στην Πυθία και να μάθει αν θα αποκτήσει αγόρι. Η χασικλού Πυθία του ανακοίνωσε πως θα αποκτήσει εγγονό από την Δανάη και πως θα σκοτωθεί από αυτόν. (Μπορεί η Πυθία να ήταν μες στη μαστούρα αλλά σε γενικές γραμμές έπεφτε μέσα στους χρησμούς) Γυρνώντας στο Άργος ξενερωμένος, και για να προλάβει το κακό, έχτισε στο ανάκτορο του υπόγειο θάλαμο, τους τοίχους του οποίου κάλυψε με χαλύβδινες πλάκες (όχι για ηχομόνωση). Εκεί έκλεισε τη Δανάη,  και γύρω-γύρω  τοποθέτησε φρουρούς, ώστε να μη μπορεί να έλθει σε επαφή με άνδρα. Μόνο από ένα παραθύρι, υπερυψωμένο, καταλάβαινε το έξω περιβάλλον η Δανάη. (Παρθένα με το ζόρι) Όμως και μ’αυτό δεν πέτυχε τίποτα ο Ακρίσιος. Ο Δίας γοητευμένος από την ομορφιά της Δανάης, την επισκέπτεται, μέσω του παραθύρου, με την μορφή της χρυσής βροχής και από την ένωση αυτή γεννιέται ο Περσέας. (τι κάνει ο θεός για να συνουσιαστεί…)

Ο Ακρίσιος μαθαίνοντας την γέννηση του εγγονού του, αποφασίζει να κλείσει σε ένα κιβώτιο (σκάφη), την Δανάη και τον γιο της. Έπειτα δίνει εντολή να αφήσουν τη σκάφη στην θάλασσα και να αποφασίσουν οι θεοί για την τύχη της. Μετά από πολλές περιπλανήσεις, τα κύματα ξέβρασαν τη σκάφη στη Σέριφο, όπου την βρίσκει ο ψαράς Δίκτυς. Ο Δίκτυς, αδελφός του βασιλιά του νησιού, Πολυδέκτη, φιλοξένησε στο σπίτι του τους ναυαγούς και τα έκανε μέλη της οικογένειας του (το ότι ο αδελφός του βασιλιά είναι φτωχός ψαράς το αφήνω ασχολίαστο). Ο Περσέας μεγάλωσε στη Σέριφο και έγινε ένα δυνατό παλικάρι. Ο Πολυδέκτης πάλι, από καιρό ορεγόταν για γυναίκα του την Δανάη (ο πορνόγερος). Στην αρχή είχε την αντίρρηση της ίδιας και του αδελφού του. Τώρα όμως είχε ένα βασικό εμπόδιο, τον γιο της, τον Περσέα. Θέλοντας να ξεφορτωθεί τον Περσέα, του ζήτησε ένα ακριβό δώρο και μες στην απελπισία του, ο φτωχός Περσέας του είπε ότι θα του έφερνε το κεφάλι της Μέδουσας. Η Μέδουσα ήταν  η μοναδική θνητή από τις τρεις Γοργόνες, ωραιότατη και αυτή όπως οι δύο αθάνατες αδελφές της Σθενώ και Ευρυάλη. Όμως στο κεφάλι της αντί για μαλλιά, είχε φίδια, χάλκινα χέρια και χρυσά φτερά (αναρωτιέμαι τι σαμπουάν χρησιμοποιούσε). Κι όποιος την κοίταζε κατά πρόσωπο απολιθωνόταν (αποκτούσε αγαλματένιο κορμί). Ο Περσέας χτυπούσε το κεφάλι του με την απίστευτη υπόσχεση που έδωσε αλλά ήταν και ομορφόπαιδο και έτσι συναντά την Αθηνά και τον Ερμή που του λένε πως για να σκοτώσει τη Μέδουσα θα πρέπει να προμηθευτεί:

* Την περικεφαλαία του Άδη, ώστε αόρατος να πλησιάσει τον στόχο του. (Μπορείτε να τη βρείτε στο σουπερμάρκετ της γειτονιάς)

* Τον μαγικό σάκο “κίβισιν” που θα βάλει το τρομερό κεφάλι της φιδοκεφαλούς. (80% βαμβάκι, 20 πολυέστερ)

* Τα φτερωτά σανδάλια, επειδή η Γοργώ – Μέδουσα, έμενε σε βράχο, στη μέση της θάλασσας. (Περπατάω και πετάω)

* Την αστραφτερή ασπίδα, απ’ όπου θα έβλεπε το κεφάλι της Μέδουσας, γιατί είπαμε, όποιος έβλεπε την Μέδουσα κατάματα πέτρωνε.

* Το κοφτερό σπαθί με το οποίο θα έκοβε τον σκληρό λαιμό της Μέδουσας.

Επειδή ήταν κομματάκι δύσκολο να τα βρει μόνος του, του τα έδωσαν αυτοί. Από τότε υπήρχε το μέσο και το ρουσφέτι…Ααααχχ.

Το μόνο που έμενε πλέον ήταν να μάθει τον τόπο διαμονής της θνητής Γοργόνας. Γι’ άλλη μια φορά η Αθηνά τον βοηθά, υποδεικνύοντας τον δρόμο για τις Γραίες (μάλλον θα την αντάμειψε καταλλήλως το παλικάρι). Οι Γραίες ήταν συγγενείς των Γοργόνων (συννυφάδες) και οι μόνες που ήξεραν τον τόπο διαμονής τους. Ήταν όντα με αποκρουστική όψη. Τρεις μεγαλοκοπέλες που είχαν ένα μάτι  και ένα δόντι, τα οποία αντάλλαζαν μεταξύ τους (να τι παθαίνει κανείς αν δεν πλένει τα δόντια του). Έμεναν κοντά στον Άδη, στα δυτικά του κόσμου. Ο Περσέας τις πλησίασε αόρατος και εκμεταλλευόμενος την στιγμή που αντάλλαζαν το μάτι τους, τους το άρπαξε. Οι Γραίες, υπό την απειλή ότι θα χάσουν το μάτι τους, μαρτύρησαν στον ήρωα τον τόπο διαμονής της Μέδουσας. Όταν ο Πέρσυ πλησίασε τη Μέδουσα, αόρατος και κοιτώντας το καθρέφτισμα της ασπίδας που κρατούσε, έκοψε το κεφάλι της και το έβαλε στο σακίδιο. Από το λαιμό της πετάχτηκε το αίμα στον Ωκεανό, και γεννήθηκε ο Πήγασος, το φτερωτό άλογο. Για να αποφύγει την καταδίωξη των αδελφών της Μέδουσας, πέταξε γοργά με τα φτερωτά σανδάλια του (σας χαρίζουν άνεση και κομψότητα και είναι ανατομικά). Ο μύθος είναι κομματάκι μεγάλος (εντάξει, δεν είναι και η Οδύσσεια), γι’αυτό συνεχίζεται…

Δανάη και Περσέας, του John William Waterhouse

Μελέαγρος: Όχι πολύ γνωστός πλέον ήρωας αλλά στην αρχαιότητα ήταν πολύ διάσημος (τον έφαγαν τα κυκλώματα). Το celebrity αυτό ήταν γιος του βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα και της Αλθαίας. Όταν ο Μελέαγρος ήταν επτά ημερών βρέφος οι Μοίρες εμφανίσθηκαν στη μητέρα του και της είπαν ότι ο γιος της θα πέθαινε όταν θα καιγόταν τελείως το ξύλο που ήταν εκείνη τη στιγμή στο τζάκι. Η Αλθαία, έντρομη, άρπαξε και έσβησε τον δαυλό, τον οποίο φύλαξε στη συνέχεια με μεγάλη προσοχή σε μια λάρνακα (μαζί με την πρώτη του μπούκλα και το πρώτο του δοντάκι). Αργότερα, όταν ο Μελέαγρος μεγάλωσε, έλαβε μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου. Ποιός ήταν αυτός; Λοιπόν, ο μύθος αρχίζει όταν ο Οινέας θυσίασε κάποτε σε όλους τους άλλους θεούς αλλά ξέχασε την Άρτεμη. Η θεά οργίσθηκε (σιγά κι εσύ μυγιάγγιχτη) και έστειλε εναντίον των Καλυδωνίων ένα φοβερό αγριογούρουνο, τον Καλυδώνιο Κάπρο, που προκαλούσε μεγάλες καταστροφές (Καλυδώνιος Κάφρος δηλαδή). Ο Μελέαγρος καταδίωξε μαζί με τους πιο ονομαστούς Έλληνες ήρωες της εποχής το θηρίο. Σε αυτό το fox hunting συμμετείχε και η Αταλάντη, η πιο διάσημη ηρωίδα της αρχαιότητας, κάτι ανάμεσα σε αγοροκόριτσο και Ζίνα. Αυτήν ερωτεύτηκε ο Μελέαγρος και όταν σκότωσε τον Κάπρο της έδωσε το τομάρι του (how romantic!). Όμως ο Οινέας είχε πει ότι όποιος σκοτώσει τον Κάπρο θα πάρει ως βραβείο το τομάρι του. Τότε οι συμμετέχοντες γιοι του Θεστίου που ήταν και θείοι του Μελέαγρου από την μητέρα του Αλθαία, αντέδρασαν και είπαν ότι είναι ντροπή να το πάρει μια γυναίκα η οποία μάλιστα ούτε καν είχε σκοτώσει το θηρίο (είπαμε ισότητα των φύλων αλλά μη μας καβαλήσει κι η ατάλαντη Αταλάντη). Στην δίκαιη αυτή αντίδραση βρήκαν δικαίωση αφού ως συγγενείς είχαν το νόμιμο δικαίωμα να το πάρουν εκείνοι αν το αρνείτο ο δικαιούχος. Έτσι πήραν το τομάρι του Κάπρου από την Αταλάντη (Φέρτο εδώ μωρή). Ο Μελέαγρος όμως το θεώρησε μεγάλη αυθάδεια από μέρους τους (τι λε ρε μπάρμπα;) και τους σκότωσε όλους και έδωσε στην Αταλάντη το τομάρι (κι αυτή τομάρι ήταν που άφησε να γίνει τέτοιο φονικό, ούτε γούνα να ήταν). Τότε η μητέρα του Αλθαία που είδε να σκοτώνονται τα αδέρφια της από το χέρι του γιου της λυπήθηκε τόσο πολύ που πήγε και έβγαλε από την λάρνακα το ξύλο και το έκαψε όλο με αποτέλεσμα να πεθάνει και ο Μελέαγρος όπως είχαν προβλέψει οι Μοίρες. Ηθικό δίδαγμα: Μην ανοίγετε στις Μοίρες, δεν έρχονται πάντα για καλό, και βάλτε καλοριφέρ στο σπίτι.

ΔΙΕΣΤΡΑΜΜΕΝΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: ΝΙΟΒΗ

Posted: Σεπτεμβρίου 15, 2011 in Uncategorized

Η δολοφονία των παιδιών της Νιόβης από τον Veraecht


ΝΙΟΒΗ Κόρη του βασιλιά της Φρυγίας Ταντάλου (βλέπε άρθρο – “περπατάω και πεινάω”), στεφάνι του Αμφίονα, βασιλιά της Θήβας και μητέρα εξ αυτού δεκατεσσάρων παιδιών (εφτά αγόρια και εφτά κορίτσια). Είχαν και όνομα: Νιοβίδες (Φανταστείτε τι επίδομα πολυτέκνων θα έπαιρνε η κουνέλα). Φαίνεται πως κάποτε η Νιόβη υπερηφανεύθηκε για την ομορφιά των τέκνων της λέγοντας πως «ένα μόνο ζεύγος διδύμων έναντι των τόσων δικών της έχει να επιδείξει η Λητώ, η εκλεκτή του Δία» (εννοώντας την Άρτεμη και τον Απόλλωνα). Με λίγα λόγια, τι να μας πεις κι εσύ Λητώ που έχεις ένα παιδί κι ένα κορίτσι (χωριό φλασμπακ) ενώ εγώ τά’χω 14 ζωή να’χουν. Όταν το έμαθε η Λητώ αγανάκτησε και ζήτησε από τα παιδιά της να τιμωρήσουν την υπερήφανη αυτή θνητή. (Κοινώς: «Τι είπες μωρή;») Έτσι οι δύο θεοί τόξευσαν με τα αλάθητα βέλη τους, η μεν Άρτεμη τις κόρες, ο δε Απόλλων τους γιους (politically correct από τότε). Από τον όλεθρο αυτό σώθηκαν μόνο δύο από τα παιδιά της Αλαζονιόβης. Τα νεκρά σώματα των Νιοβίδων έμειναν επί εννέα ημέρες άταφα, αφού ο Δίας μετέβαλλε σε πέτρα όποιον επιχειρούσε να αποδώσει νεκρικές τιμές σ΄αυτά. Μόνο δε την ένατη μέρα υπέκυψαν οι θεοί, μετά από τις ικεσίες της χαροκαμένης μάνας και τα ενταφίασαν οι ίδιοι σε δύο κοινούς τάφους. Ο Σοφοκλής την παρουσιάζει φυγάδα από τη Βοιωτία να θρηνεί συνέχεια ικετεύοντας τους θεούς να ευσπλαχνισθούν τον πόνο της, μέχρι που ο ψυχοπονιάρης Ζεύς την μεταμορφώνει σε βράχο από τον οποίο μέρα και νύκτα στάλαζαν σταγόνες δακρύων (αυτό τώρα το λες σπλαχνικό; Στην αρχαία μυθολογία, όποτε κάποιος ζητούσε τη βοήθεια των θεών για να γλιτώσει από κάτι, αυτοί τον μεταμόρφωναν σε βράχο, ιτιά ή καρακάξα. Ωραία βοήθεια!)